Προβεβλημένα

It΄s a trap

This is an example post, originally published as part of Kyriarxia. Educate yourself by listening to those less privileged than you and start your propaganda right.

You’re going to do a political act today. Don’t worry about how your act looks. Don’t worry if you haven’t given your political identity a name yet, or you’re feeling overwhelmed. Just click the “Share Your Biomatiko” button, and tell us why you’re here.

Why do this?

  • Because it gives comrades valuable feedback and hope. What are you about? Why should they join your struggle?
  • Because it will help you focus you own ideas about your politics and what you’d like to do with them.

The post can be short or long, a personal intro to your life or a bloggy mission statement, a manifesto for the future or a simple outline of your the types of things you hope to publish (wow i didn’t even edit that).

To help you get started, here are a few questions:

  • Why are you practising your politics publicly, rather than keeping a personal journal?
  • What topics do you think you’ll write about?
  • Who would you love to connect with via your politics?
  • If you engage in politics successfully throughout the next year, what would you hope to have accomplished?

You’re not locked into any of this; one of the wonderful things about politics is how they constantly evolve as we learn, grow, and interact with one another — but it’s good to know where and why you started, and articulating your goals may just give you a few other ideas.

THE ORDER OF THE GOOD DEATH

QUEER DEATH RIGHTS

Ft. Σέρα Σατάν

TW: θάνατος

Ως λοξά άτομα σε μια cisετεροκανονική κοινωνία η ανησυχία για το πώς θα διασφαλίσουμε τις υπάρξεις μας δεν σταματά ούτε με τον θάνατο. Αυτό που λέγαν οι παλιές «ούτε όταν πεθάνω δεν θα βρω ησυχία». Ιδιαίτερα ως τρανς άτομο είναι πολύ δύσκολο ακόμη και να βρεις πληροφορίες προκειμένου να διασφαλίσεις ότι τον θάνατό σου δεν θα διαχειριστεί η τρανσφοβική σου «οικογένεια», με τα γνωστά αποτελέσματα του μετά θάνατον misgendering, της παραδοσιακής χριστιανικής κηδείας κτλ.

Προσεγγίζοντας τα περί  θανάτου είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει να διερευνήσει κάποιο, όπως η διαθήκη και η ιατρική κηδεμονία. Στο συγκεκριμένο άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με αυτά, καθώς απαιτούν και πιο εξειδικευμένες νομικές γνώσεις. Η αφετηρία μας είναι το death positivity movement, όπως το συναντήσαμε στο youtube κανάλι της ask a mortician και αναπτύσσεται στο The order of the good death blog.

Το κίνημα του death positivity ξεκίνησε πριν από 10 χρόνια περίπου στις ΗΠΑ, κυρίως από άτομα της βιομηχανίας κηδειών, η οποία στον Δυτικό κόσμο, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ μετά το 1970, έχει αναπτυχθεί σε μια βιομηχανία τεραστίων διαστάσεων με ό, τι συνέπειες έχει ένα τέτοιο μονοπώλιο στην οικολογία, στον αποκλεισμό των μαύρων, λοξών, φτωχών και γενικά των μη κανονικών υποκειμένων, και στην παραγωγή μιας καπιταλιστικής ιδεολογίας γύρω από το θάνατο.

Στην Ελλάδα λόγω της πρωτοκαθεδρίας της χριστιανικής εκκλησίας και άρα της επιβολής των συγκεκριμένων τελετουργικών, ο θάνατος δεν έχει εμπορευματοποιηθεί πλήρως. Προφανώς υπάρχει οικονομική εκμετάλλευση, αλλά, για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα, στις ΗΠΑ γίνονται επεμβάσεις στο νεκρό σώμα όπως η ταρίχευση αποκλειστικά προκειμένου να αυξηθεί το κόστος, ενώ μπορεί να χαθούν και νεκρά, φτωχά προφανώς, σώματα.

Αρχικά τα εργαζόμενα αυτά ξεκίνησαν να διαμαρτύρονται για τις κυρίαρχες πρακτικές και να περιγράφουν το πλέγμα καπιταλισμού, πατριαρχίας, ρατσισμού που επικαλύπτει τον σύγχρονο θάνατο, στερώντας από τα υποκείμενα την επιλογή του τρόπου διαχείρισης του θανάτου τους. Σήμερα το κίνημα αυτό έχει λάβει διαστάσεις, με διοργάνωση συνεδρίων, δικτυώσεις, ενημερωτικά κανάλια στο youtube, εκδόσεις, νέα γραφεία κηδειών που προσφέρουν εναλλακτικές τελετές, έρευνα ιστορική για πρακτικές που έχουν περιθωριοποιηθεί από την επίσημη λευκή ιστορία κτλ.

Το κίνημα σημειώνει ότι στην σύγχρονη δυτική κοινωνία ο θάνατος «κρύβεται», ενώ όσα ασχολούνται με αυτόν θεωρούνται άρρωστα με παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Προσπαθεί με τις πρακτικές του, αφενός να σπάσει αυτό το ταμπού, και αφετέρου να δώσει όσες το δυνατόν περισσότερες εναλλακτικές για τα άτομα(κηδεία στο σπίτι, φυσική ταφή, καύση, υδρόλυση).

Κεντρική έννοια είναι αυτή του «καλού θανάτου». Πρόκειται για την ιδέα ότι το κάθε άτομο έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να σχεδιάσει την τελετουργία που θα συνοδεύσει τον θάνατό του, και την διεκδίκηση αυτή η δυνατότητα να κατοχυρώνεται τόσο νομικά, όσο και να καθίσταται δυνατή οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά.

Προφανώς για κάθε άτομο ο «καλός θάνατος» διαφέρει, και είναι συνάρτηση των πολλαπλών του ταυτοτήτων όσο και της ιδιαίτερης προσωπικότητας και βιογραφίας του. Το θετικό είναι ότι όσο μεγαλώνει το κίνημα τόσο προστίθενται εναλλακτικές επιλογές, όπως οι μαίες θανάτου, προκειμένου να μην πεθάνει κάποιο άτομο μόνο του αν δεν το επιθυμεί, ή η φυσική ταφή, η οποία είναι η πιο οικολογική μέθοδος αποσύνθεσης.

Στην Ελλάδα όπως ενημερώνει η ένωση άθεων σε σχετική ανάρτηση, προκειμένου κάποιο να διαφυλάξει τα μεταθανάτια δικαιώματά του πρέπει να απευθυνθεί σε ένα συμβολαιογράφο. Η διαδικασία είναι αρκετά απλή, κοστίζει περίπου 60 ευρώ και συνίσταται σε μια υπεύθυνη δήλωση εντός της οποίας περιγράφονται οι επιθυμίες του νεκρού.

Συνοπτικά υπάρχουν κάποια βασικά σημεία που κάθε άτομο θα πρέπει να καταγράψει. Πρώτον θα πρέπει να ορίσει ποιο είναι εκείνο το άτομο που θα αναλάβει την «κηδεία». Κάποιο φίλο ή σύντροφο με το οποίο έχουμε μοιραστεί ήδη την επιθυμία μας να αναλάβει την τελετή, και έχει συμφωνήσει, θα έχει και την νομική επικύρωση προκειμένου να παραλάβει το νεκρό σώμα και να υλοποιήσει όλες τις λεπτομέρειες του πλάνου μας. Δεύτερον θα πρέπει να περιγράψουμε και γραπτώς τι είδους τελετή επιθυμούμε. Η προφορική συζήτηση που έχουμε κάνει με το άτομο αυτό, δηλαδή, καταγράφεται και λειτουργεί ως νομική δικλείδα ασφαλείας. Στο ελλαδικό πλαίσιο για παράδειγμα θα πρέπει να δηλώσουμε αν δεν επιθυμούμε να ταφούμε χριστιανικά, αν επιθυμούμε καύση, καθώς και όποια άλλη τελετή, συνάθροιση, γιορτή θέλουμε να οργανωθεί. Ιδιαίτερα για τρανς άτομα είναι σημαντικό να καταγραφεί το όνομα και το φύλο, αλλά και ενδεχομένως ο τρόπος παρουσίασης ή μη του νεκρού σώματος (μαλλιά, ρούχα, μακιγιάζ, φωτογραφίες), ακόμη και μια λίστα καλεσμένων, προκειμένου να μην υπάρξει the usual cis bullshit.

Εάν υπάρχουν επιθυμίες που άπτονται μιας κλασσικής διαθήκης αλλά δεν αφορούν περιουσιακά στοιχεία με την στενή έννοια, όπως για παράδειγμα ποιο άτομο θα πάρει τις φωτογραφίες μας, τα ρούχα, τα σκίτσα κτλ ή θα «καθαρίσει» το σπίτι μας, μπορούμε να το συζητήσουμε με το συμβολαιογράφο και θα μας συμβουλέψει κατάλληλα για το αν μπορεί να τις περιλάβει στην δήλωση ή αν θα χρειαστεί να απευθυνθούμε σε δικηγόρο.

Προτείνουμε σε κάθε λοξό άτομο να λάβει υπόψη του αυτές τις πληροφορίες προκειμένου να αυτοπροστατευτεί. Υπάρχει όμως και ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο μεταφέρουμε όσα έχουμε μάθει από αυτό το κίνημα.

Η διαδικασία αποϋποκειμενοποίησης για εμάς περιλαμβάνει την προσωπική αυτή δουλειά με το θάνατο. Ο θάνατος για μας ως λοξά φτωχά άτομα είναι μια πραγματικότητα που δεν αχνοφαίνεται απλά, όχι μόνο λόγω της συστημικής βίας και της δύσκολης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και των ψυ συνεπειών της περιθωριοποίησης. Παραμένει, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια πραγματικότητα η εσωτερικευμένη αναπαράσταση της οποίας ακολουθεί την κυρίαρχη ιδεολογία. Αναμφίβολα είναι ένα θέμα το οποίο δύσκολο κανένα προσεγγίζει, και ακόμη πιο δύσκολα συζητά, καθώς οι αντιστάσεις και αρνήσεις των γύρω μας είναι εξαιρετικά ανθεκτικές. Κάθε άτομο, προφανώς, θα προσεγγίσει διαφορετικά αυτή τη διεργασία, ακολουθούν τα δικά μας βιωματικά παραδείγματα.

Σέρα Σατάν:

Μεγάλωσα με το θάνατο καθώς η μαμά μου, πολύ σημαντικό άτομο, πέθανε μικρή. Η οικογένεια δεν μίλαγε γιαυτό οπότε έμεινα με τις απορίες, πράγμα που ήταν τρισχειρότερο. Γιαυτό φοβόμουν πάρα πολύ ότι θα πεθάνω, και τι θα μου συμβεί όταν πεθάνω. Όταν ενημερώθηκα για το τι μπορεί να συμβεί ηρέμησα λίγο. Συμφιλιώθηκα με αυτό. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, που ήμουν πιο μεγάλη, συνειδητοποίησα περισσότερο τι είναι ο θάνατος, ενώ κατάλαβα ότι πρέπει να αφήνουμε οδηγίες έστω και πρακτικές, κάτι που ο πατέρας μου δεν είχε κάνει. Επακολούθησε ένα περίεργο πένθος το οποίο έπρεπε να είναι έντονο μπροστά σε τρίτους αλλά και πάλι δεν έπρεπε να συζητιέται. Στις τελευταίες του μέρες στην εντατική όταν ξέραμε ότι θα πεθάνει ήμουν πολύ εκνευρισμένη που τον κλαίγανε ενώ ήταν ζωντανός, αντί να επικοινωνούμε πράγματα που νιώθαμε. Αναγκαστικά ως λοξό άτομο έρχεσαι σε συμφωνία με το ότι θα πεθάνεις γιατί πρέπει να κανονίσεις κάποια πράγματα, ειδικά ως τρανς άτομο. Μετά το θάνατο του πατέρα μου αν έκλαιγα για κάποιο γατάκι πχ με μάλωναν «εδώ πεθαίνουν άνθρωποι». Όταν πεθαίνει κάποιος σε πιάνουν όλα μαζί, με έπιασε πανικός ότι θα πεθάνω, δεν υπήρχε υποστήριξη. Τότε δεν ήμουν πολιτικοποιημένη οπότε δεν υπήρχε επικοινωνία. Ακόμη και ο θάνατος έπρεπε να γίνει στον ίσιο χρόνο, ακόμη και γραφειοκρατικά δεν υπήρχε χώρος για το πένθος. Γιαυτό θα έπρεπε και από πριν να γίνεται ένας καταμερισμός εργασιών γιατί δεν αντέχουν όλα τα άτομα να πενθούν και είναι σε μια δημόσια υπηρεσία. Νομίζω το χειρότερο είναι που πρέπει να κόψεις το λαιμό σου να βρεις λεφτά για κηδεία ενώ πενθείς όταν είσαι φτωχή.

Τρανς Αμπάσαντορ

Όσο ήμουν μικρή ο θάνατος ήταν κάτι πολύ μακρινό. Όταν πέθαναν η γιαγιά και ο παππούς μου, με τους οποίος είχα πολύ κοντινή σχέση, συναντήθηκα πρώτη φορά ουσιαστικά με το θάνατο. Έπαθα ένα καταθλιπτικό επεισόδιο καθώς συνειδητοποίησα την απώλεια. Αναλογιζόμουν εάν είχα αξιοποιήσει αρκετά το χρόνο μου μαζί τους. Δεν φοβόμουν ποτέ τον δικό μου θάνατο, ίσως λόγω του αυτοκτονικού ιδεασμού που συνόδευε την χρόνια κατάθλιψη. Η μία μου απόπειρα αυτοκτονίας μάλιστα συνέδεσε στενά τον θάνατο με την ξεκούραση και την έλλειψη πόνου. Αντίθετα τρέμω στην ιδέα ότι θα πεθάνει το μικρό μου γατί, το οποίο μεγάλωσα από μωρό. Μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που δεν μπορώ να την απωθήσω λόγω προφανώς του προσδοκώμενου ζωής μιας γάτας. Με βοηθά προσωπικά πολύ η ιστορική γνώση και η ανάλυση της κυρίαρχης ιδεολογίας περί θανάτου στην συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος είναι ένα φυσικό, αναπόσπαστο και ήρεμο κομμάτι της ζωής. Με επαναφέρει στο τώρα και με βοηθά να απαγκιστρωθώ από το άγχος του να ζήσω στο έπακρο τις στιγμές προκειμένου να μην έχω ενοχές και τύψεις αργότερα.

Επιλογικά, θα θέλαμε ο θάνατος να μην είναι ταμπού, ειδικά στις δικές μας κοινότητες. Μετά την δολοφονία του Ζακ ήταν εμφανές ότι ήμασταν απροετοίμαστα. Ενδεχομένως τα αντανακλαστικά να πολιτικοποιήσουμε το πένθος μας να ήταν διαφορετικά, να μην χρειαζόταν να περάσει μέσα από την κυρίαρχη κουλτούρα εάν είχε προηγηθεί η συζήτηση για το θάνατο στο πλαίσιο αυτοβελτίωσης. Θεωρούμε ότι σε φεμινιστικές και πολιτικές ομάδες ο θάνατος είναι μια αναγκαία θεματολογία, καθώς μπορεί να μας συμβεί ανά πάσα στιγμή. Επιπλέον, η ενασχόληση βιωματικά με το θάνατο γειώνει την θεωρητική μας θέση ότι η Κυριαρχία διαπερνά όλα τα πεδία της ζωής – άρα και το θάνατο, και μας προετοιμάζει να περάσουμε από το προταγματικό επίπεδο σε αυτό της κοινωνικής πράξης.

Χρήσιμα links:

http://www.orderofthegooddeath.com/death-positive

How I stopped worrying and learnt to love therapy

Ακόμη και πριν πολιτικοποιηθώ στον αναρχικό και φεμινιστικό χώρο με θεωρούσα ανοιχτόμυαλη και ικανή να διαμορφώσω άποψη για τα περισσότερα θέματα χωρίς να παρασυρθώ από τα κυρίαρχα στερεότυπα. Έτσι από μικρή αντιλαμβανόμουν τον φόβο της κοινωνίας γύρω από οτιδήποτε ψυ και την άρνηση πολλών να αποταθούν σε ψυχοθεραπευτές και ψυχιάτρους ακόμη και όταν ήταν εμφανές και στους ίδιους ότι χρειάζονταν την βοήθεια επαγγελματιών και τους λοιδορούσα. Ταυτόχρονα δεν είχα τον ίδιο φόβο, και μάλιστα παρά την αντίσταση της μητέρας μου στα 18 μετά από απόπειρα αυτοκτονίας ζήτησα ραντεβού με ψυχίατρο. Αργότερα ξεκίνησα φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία, δικές μου επιλογές που ακολουθώ μέχρι σήμερα. Ήμουν, λοιπόν, για να μην μακρηγορώ, ικανοποιημένη με την εαυτή μου, καθώς μπορούσα να αποδείξω πάνω στις επιλογές μου ότι δεν είχα στίγμα απέναντι στην ψυχική υγεία.

Αμ δε.

Όταν πρόσφατα άρχισα να σκέφτομαι όλο και πιο σοβαρά το ενδεχόμενο να γίνω ψυχοθεραπεύτρια μπερδεύτηκα. Ένιωθα μέσα μου μια αντίσταση στην ιδέα της ψυχολογίας, παρόλο που ήμουνα πολύ ευχαριστημένη από τα απτά αποτελέσματα που είχα από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία, και μάλιστα την σύστηνα ανεπιφύλακτα και σε άλλα άτομα.

Πιστεύω ότι ξαφνιάστηκα περισσότερο γιατί θεωρούσα ότι το στίγμα εκδηλωνόταν μέσω του φόβου και της αποφυγής, ενώ δεν υπήρχαν τέτοια δείγματα στην προσωπική μου πορεία, αφού μάλιστα ενημερωνόμουν και συνέδραμα στην κατακρήμνιση στερεοτύπων. Η Κυριαρχία όμως είχε επέμβει στην διαπαιδαγώγηση μου πολύ νωρίτερα, κυρίως μέσω της ποπ κουλτούρας.

Η κυρίαρχη απεικόνιση της ψυχολογίας και όλων των συναφών ψυ στην ποπ κουλτούρα, σε ταινίες και σειρές είναι βέβαια μια καρικατούρα την οποία τις περισσότερες φορές κοροϊδεύουν οι ορθολογιστές υπόλοιποι χαρακτήρες, αλλά αργά ή γρήγορα την σέβονται για τις σχεδόν μαγικές ιδιότητές της. Ο λόγος που εκφέρει η ψυχολογία στην ποπ κουλτούρα συνίσταται σε μια παραβιαστική και εξουσιαστική Γνώση που προσπαθεί με σοφιστείες να παγιδεύσει το υποκείμενο και να το αναγκάσει να μιλήσει για καταστάσεις ή να αποδεχτεί πραγματικότητες τις οποίες εκείνη εκ των προτέρων γνωρίζει καλύτερα από το ίδιο το υποκείμενο. Πρόκειται για μια απεικόνιση που παράγει υλικά αποτελέσματα στην καθημερινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές διαπροσωπικές διενέξεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τοξικές σχέσεις τα παθητικοεπιθετικά κατηγορώ παίρνουν συχνά την μορφή αναλύσεων για τα προβλήματα του άλλου, με χρήση όρων εκλαϊκευμένης ψυχολογίας. Επίσης, συχνή είναι η ψυχιατρικοποίηση συμπεριφορών ή και κοινωνικών φαινομένων με τον ίδιο μηχανισμό.

Τα επιμέρους τεχνάσματα που χρησιμοποιεί εν είδη επιχειρημάτων αυτή η κακώς νοούμενη ψυχολογία είναι εύκολο να αποδομηθούν. Έτσι, αφού δεν στέκουν μπροστά σε καμιά ορθολογική εξέταση, καταρρέοντας συμπαρασύρουν την υπόληψη της Ψυχολογίας, της Ψυχιατρικής, της Ψυχοθεραπείας, οδηγώντας σε μια γενίκευση που στο κοινό μεταφράζεται ως «σιγά μην πάω εκεί να μου που ότι και καλά ξέρουν τι σκέφτομαι ενώ παπάρια ξέρουν».

Και πολύ σωστά. Το πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς, έγκειται στο ότι η γένεση της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, όπως και όλες οι επιστήμες στην νεωτερική τους έκφανση, ήταν μια προσπάθεια χειρισμού και διόρθωσης του ανθρώπινου. Βρισκόμενοι εντός του αφηγήματος της νεωτερικότητας περί προόδου και ορθολογισμού, οι πρωτεργάτες της ψυχιατρικής και των λοιπών ψυ παρατηρούν με τρόμο παρεκκλίσεις από τον πρότυπο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ιδανικός λευκό άνδρας. Έτσι γίνεται ένα βήμα στην ιστορία της επιστήμης, καθώς διαρρηγνύεται το απόλυτο τοίχος της αισιοδοξίας κα της τελειότητας του ορθολογισμού, κυρίως με το έργο του Φρόιντ.  Από την άλλη, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση, αλλά και όσο περνούν οι τάσεις και οι σχολές – και μιλάμε εδώ για ένα γενικότερο ρεύμα και όχι για συγκεκριμένες προσωπικότητες ή κατευθύνσεις – ο στόχος είναι η κατανόηση των παρεκκλίσεων αυτών, ιδιαιτέρως του που οφείλονται, και η αναπροσαρμογή τους στο πρότυπο του ορθού λόγου.

Οι ρίζες των επιστημών αυτών, επομένως, είναι και οι ίδιες υπεύθυνες για ένα σωρό στίγματα και πόνο, στηρίζονται στην πατριαρχία και την αποικιοκρατία, είναι προς κριτική και κατάκριση. Σήμερα, όμως, αυτή η παράδοση – ή όση μείνει μετά το ξεσκαρτάρισμα – συνδυάζεται με λογικές μη κατευθυντικές, με τον φεμινισμό, με παραδόσεις πολιτικές ενάντια στην εξουσία και προσφέρει ένα εργαλείο προκειμένου να γίνουμε εμείς τα ίδια υπεύθυνα για την κατάσταση της ψυχικής μας υγείας.

Για εμένα το εργαλείο της ψυχοθεραπείας είναι χρήσιμο έτσι ώστε να μπορέσουμε να γίνουμε οι γονείς των εαυτών μας όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως γενιά και ως κοινωνία. Να ξεμάθουμε τα τοξικά μαθήματα και να ξαναμάθουμε την ανθρωπινότητα.

ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ, τζαστιν

Καθώς όλο και περισσότερα κεκτημένα του εργατικού κινήματος στους τομείς της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, όχι απλά αποσύρονται από το νεοφιλελεύθερο κράτος, αλλά θεωρούνται και μη αυτονόητα από την πλειοψηφία του κοινωνικού σώματος σε μια ηγεμονία του ατομικισμού, στις καλύτερες περιπτώσεις, που οδηγεί σε πρακτικές κοινωνικού αυτοματισμού, ρατσισμού και φασισμού στις χειρότερες, αναδύονται βαλβίδες εκτόνωσης του συστήματος με τη μορφή ηλεκτρονικών εράνων. Τα sites αυτά για ευνόητους λόγους χρησιμοποιούνται περισσότερο στις ΗΠΑ, όπου έχει κανονικοποιηθεί η έκκληση να συγκεντρωθούν ποσά για ιατρικά έξοδα, ακόμη και για έξοδα καθημερινής διαβίωσης.

Στα καθ’ ημάς, όπου κρατάν ακόμη κάποια οχυρά της σοσιαλδημοκρατίας, η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά, αν και, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε όλο και περισσότερα άτομα να ζητούν βοήθεια προκειμένου να καλύψουν ιατρικά έξοδα για «έξτρα» θεραπείες που δεν καλύπτονται από την ασφάλειά τους. Ιδιαίτερα η πρακτική αυτή έχει αξιοποιηθεί από τρανς άτομα για να καλύψουν το υπέρογκο κόστος των εγχειρήσεων που χρειάζονται. Μάλιστα, το πλαίσιο του αριστερού, κινηματικού, ελευθεριακού, αναρχικού, ακόμη και εναλλακτικού χώρου, έχει καλλιεργήσει και ευνοεί την πρακτική της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, με όποιο τρόπο και περιεχόμενο κάθε φορά, επομένως θα λέγαμε, θεωρητικά, ότι αν και μη συνηθισμένη πρακτική – σε σχέση με τις ΗΠΑ – στην Ελλάδα υπάρχει πιο ευνοϊκό κλίμα για να ευοδωθούν τέτοιου είδους εκκλήσεις.

Μέχρι εδώ όλα καλά, εντός των κανονικών απελπιστικών ορίων. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Τι συμβαίνει όταν συνδυάσουμε, ως σκηνοθέτες, την τρανσφοβία της ευρύτερης κοινωνίας, την τρανσφοβία εντός της λοατκι+ κοινότητας, την εξουσιαστική δομή των λίγων διαθέσιμων θεσμικών υπηρεσιών, και κυρίως αν αναλογιστούμε το πολιτισμικό κεφάλαιο που πρέπει να φέρει το αιτούν άτομο προκειμένου να πλοηγηθεί σε αυτόν τον δαίδαλο και να το εξαργυρώσει, εν τέλει σε μερικά χιλιάδες ευρώ;

Προκειμένου να γίνει αισθητό το πόσα επίπεδα έχει η κατάσταση θα χρειαστεί μια παρέκβαση στις βικτωριανές έννοιες που έχτισαν την βάση της σημερινής μας κατανόησης γύρω από τη φάση «χρειάζομαι αυτό και ζητάω χρήματα γιατί δεν έχω να το πληρώσω», δυστυχώς ακόμη και εντός των πιο ράντικαλ κύκλων (approved by berlin stamp).

Καθώς η νεωτερικότητα εδραιώνεται στην δυτική Ευρώπη, με βασικούς της άξονες τον καπιταλισμό και τον προτεσταντισμό, μετασχηματίζει τις προνεωτερικές, μεσαιωνικές θρησκευτικές αξίες σε σχέση με την φτώχεια και την ελεημοσύνη προκειμένου να τις εντάξει αρμονικά στο νέο της σύστημα αξιών. Με την πάροδο των χρόνων σχηματίζεται ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα φιλανθρωπίας, το οποίο στοχεύει να απαλύνει τις επιπτώσεις του καπιταλισμού στα κατώτερα στρώματα, και ειδικά σε ευάλωτες για το σύστημα αυτό ομάδες όπως χήρες, ορφανά, ηλικιωμένα, άρρωστα, ανάπηρα και άλλα περιθωριοποιημένα άτομα. Η φιλανθρωπία έχει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: είναι από τα πάνω προς τα κάτω με διπλή έννοια, δηλαδή από την αστική τάξη στο προλεταριάτο, αλλά δίδεται και με «σειρά προτεραιότητας» σε αυτά τα σώματα που σύμφωνα με την χριστιανική – δαρβινική ηθική της εποχής το αξίζουν περισσότερο.

Φάστ φόργουαρντ στο σήμερα, τα βαθιά ριζωμένα αυτά κριτήρια προτεραιότητας μέσα από το φακό της cisετεροπατριαρχίας μεταφράζονται σε μη συνεισφορά στα διάφορα crowdfundings τρανς ατόμων. Θεωρείται, σε γενικές γραμμές, ότι πρόκειται για πολυτελείς κοσμητικές χειρουργικές επεμβάσεις, για τις οποίες – πόσο μάλλον αν δεν τις πληρώσουν τα ίδια – τα τρανς άτομα μπορούν, και οφείλουν αδιαμαρτύρητα, να περιμένουν χρόνια και χρόνια.

Στην πραγματικότητα φυσικά, και δεδομένου του ότι η βιωμένη πραγματικότητα του τρανσνες είναι ένα φάσμα και όχι μια μονολιθική κατηγορία, όλα αυτά που κάθε άτομο ονομάζει transition είναι όχι μόνο η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και την επιβίωση, αλλά πολλές φορές ανάμεσα στην επιβίωση και την δολοφονία.

Οκ πάνω κάτω έστω και επιφανειακά αυτά τα ξέρουμε, και έχουμε κάνει και το performative allyship μας δυο τρεις φορές, δεν είμαστε και καινούργιες, εξάλλου τι να κάνουμε όταν είμαστε φτωχές και όλα κοστίζουν τόσες χιλιάδες ευρώ; Σωστά;

ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΨΩΡΟSHARE ΤΖΑΣΤΙΝ

Εχεμ

Αρχικά να εξηγήσω τον τίτλο.

Πριν από λίγο καιρό ο γκόμενος μου αποφάσισε με τη βοήθεια των φίλων μας να ξεκινήσει μια καμπάνια χρηματοδότησης του top surgery του, την οποία θα βρείτε στο πιο κάτω link. Γράφουμε, λοιπόν, όσο πιο μαρκετίστικα μπορούμε ένα κειμενάκι, και αρχίζουμε τις κοινοποιήσεις. Ο ίδιος στέλνει το link σε μια γνωστή δημόσια ομάδα του facebook “all trans men know each other”, or rather not, καθώς λαμβάνει μια απάντηση από τον τρανς άντρα διαχειριστή τζαστιν (στο διάλο, τζαστιν), που ούτε λίγο ούτε πολύ αμφισβητεί το ότι ο αιτών είναι τρανς άντρας, με βάση την φωτογραφία που βλέπει(στο λινκ;στο προφίλ;ποτέ δεν μάθαμε), και κάνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα gatekeeping τρανσφοβικότατο αλλά και αποικιοκρατικό (γΙαΤι ΔεΝ εΙνΑι Όλα ΣτΑ ΑγΓλΙκΑ),με αποτέλεσμα να πάρει την εύγλωττη απάντηση: στο διάολο, τζάστιν. (ναι με ελληνικά και κόμμα).

Όπως είναι εμφανές η λοατκια+ κοινότητα, εγχώρια και διεθνής, δεν εξαιρείται της τρανσφοβίας, εσωτερικευμένης ή μη. Η εύλογη ίσως απορία σας «μα καλά όλα τα άλλα, γιατί να σε πιστέψει από την άλλη άκρη του κόσμου; Οκ μπορεί να το έθεσε άκομψα αλλά δεν έχει ευθύνη να τσεκάρει αν είναι λετζίτ το λινκ που ανεβάζει;» είναι κομμάτι του προβλήματος. Η καχυποψία, ως πρώτο αντανακλαστικό, απέναντι στο ότι ένα τρανς άτομο ζητάει 6 χιλιάδες ευρώ (παρεμπιπτόντως δεν εννοούμε δώσε και τα 6 εσύ που το διαβάζεις, κατανοητό αυτό έτσι;) είναι  η απόρροια της βικτωριανής εκείνης ιδέας που λέγαμε, περί του ποιος «αξίζει» να βοηθηθεί, το οποίο φυσικά καθορίζεται από τις φυσικώς φυσικές και εγγενείς τάσεις της κάθε ομάδας: πώς λέμε ότι είναι ρατσιστικό να σφίγγουμε τις τσάντες μας όταν μπαίνουν στο λεωφορείο μαύρα και καφέ υποκείμενα; Ακριβώς έτσι.

Και έτσι περνάμε στα εγχώρια βραβεία «στο διάολο, τζάστιν», το πρώτο από τα οποία πάει στο Orlando μπλουμ, καθώς – όπως πληροφορήθηκα προσωπικά – έχουν «μια συγκεκριμένη πολιτική, να γνωρίζουν προσωπικά το άτομο που κάνει το αίτημα (δηλαδή ζητά το crowdfunding του να κοινοποιηθεί στη σελίδα τους)». Έτσι κλήθηκα εγώ, από την ψυ μου να επιβεβαιώσω ότι γνωρίζω το άτομο, ώστε να εγγυηθεί (sic) η ίδια στην επιστημονική ομάδα κλπ κλπ.

Οκ τζάστιν.

Από την άλλη όντως το ανέβασαν άμεσα ενώ η εν λόγω ψυ με έπαιρνε τηλ καμιά βδομάδα αλλά εγώ κοιμόμουνα μέχρι τις 7 το βράδυ και let’s be honest I was ghosting her.

 Πάνω λοιπόν στο θέμα του «ευχαριστούμε τις δομές που κάνουν έστω με το ζόρι την δουλειά τους», ας δώσουμε το δεύτερο χρυσό «στο διάολο, τζάστιν» στο ΣΥΔ, το οποίο μας έχει κάνει διαβάστηκε εδώ και ένα μήνα σε φάση, κοίτα, ξεκάθαρα δεν έχεις ενδιαφερθεί μέχρι τώρα να γίνεις μέρος της αυλής μου – της μαφίας μου (;) και δεν σε ξέρω ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΚΥΡΙΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΤΕ, οπότε εννοείτε σε γράφω κανονικότατα γιατί δεν είναι και ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ να σε βοηθήσω, ούτε καν από μόνο μου σαν θεσμός, αλλά όταν μου ζητάς να κοινοποιήσω ένα λινκ ως ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΔΙΕΜΦΥΛΙΚΩΝ.

Ούτε η μητέρα τερέζα ήταν Μητέρα Τερέζα, όπως έκαναν γνωστό οι μετααποικιοκρατικές αναγνώσεις της βιογραφίας της, αλλά εσύ φίλη μου το έχεις παρακάνει. Είσαι σκέτο παρακράτος, που λένε διάφορες ανώνυμα γιατί φοβούνται.

Και στην τελική, αυτό σημαίνει το πολιτισμικό κεφάλαιο, να είσαι αρκούντος γνωστό και συμπαθητικό ώστε να επιβιώσεις.

Τώρα άμα έχεις και δικούς σου όρους ζωής, ζήτω που καήκαμε.

Για να το κλείσω κάπου το ρημάδι πριν μου στείλουν καμιά μήνυση, κατανοώ πλήρως και από θέση το να μην έχεις να βάλεις λεφτά σε έναν έρανο, πόσο μάλλον στους εκατοντάδες που μπορεί να βλέπεις καθημερινά στα social media. Αυτό που είναι όμως κομμάτι της προσωπικής δουλειάς που οφείλεις να κάνεις, είναι μια κοινοποίηση. Μπορεί αυτό να φαίνεται περίεργο, αλλά το ίντερνετ είναι – καλώς ή κακώς, μια άλλη συζήτηση – ένα πλήρες κοινωνικό πεδίο στο οποίο επίσης οφείλεις να εξασκήσεις τα αντιρατσιστικά, φεμινιστικά, αντικαπιταλιστικά αντανακλαστικά σου.

Κάνοντας μια κοινοποίηση δεν βοηθάς μόνο αντικειμενικά τον στόχο του εράνου, αναλόγως του πόση απήχηση έχει το προφίλ σου, αλλά δηλώνεις και την θέση σου, ασκείς πολιτική αποζημίωσης, με έναν τρόπο, κάθε φορά που κάνεις share κάποιον έρανο για έξοδα υπεξούσιων ομάδων: trans ως cis, μαύρων ως λευκή, μεταναστών ως ελληνίδα.

Αυτή είναι και η τρομαχτική δυσκολία ανάμεσα στο να έχουμε ένα timeline γεμάτο τέτοιες και παρόμοιες ειδήσεις και να μην μεταφέρουμε καμία από αυτές στο δικό μας. Δεν είναι ουσιαστική συμμαχία, αλλά η επίφαση μιας συμμαχικής στάσης, ένας ακροκεντρισμός.

ntoneit https://gogetfunding.com/support-harry-to-get-life-saving-top-surgery/?fbclid=IwAR2Hv0-Pq5Qg9r_UZqkvGmJAuyUROjLkjTnqoGt7Vg-7Tg4mRKJ-SHfjD-Y

Ένα βιωματικό

Το Πάσχα του 2017 είχα πάει στη Φρανκφούρτη μαζί με άλλα σύντροφα από φεμινιστικές και κινηματικές ομάδες της Ελλάδας, να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον φεμινισμό της Φρανκφούρτης με την ευγενική χορηγία του Υπουργείου Προπαγάνδας και Σύσφιξης Σχέσεων με τις Αποικίες της Γερμανίας.

Το ταξίδι είχε πολύ πλάκα, ήταν ένα όμορφο self care, διακοπές, ουσιαστικά, για μας τα μικρά φτωχά νότια. Η πόλη ήταν όμορφη, οι γερμανίδες λεσβίες γλυκές και φροντιστικές μανάνες* μας ξενάγησαν σε όλα τα αξιοθέατα, μας τάισαν σε όλα τα έθνικ μαγαζιά, μας μίλησαν για τις καλοπληρωμένες δουλειές τους, μας σύστησαν στις ημιθεσμικές φίλες τους.

Προσωπικό μου χάιλαιτ ήταν κάθε πρωί που μπαίνοντας στο μετρό αγόραζα με ένα ευρώ ένα τεράστιο μπολ με φρέσκιες φράουλες και ανανά, όπως και μια φορά που πέτυχα μια υπαίθρια αγορά με τοπικά προϊόντα και παραλίγο να πάθω αποπληξία. Οι Γερμανίδες μου οι γλυκούλες απορούσαν, ευγενικά και διακριτικά, γιατί μου φαινόταν τόσο τέλειο να πετύχω λαϊκή αγορά γερμανική, ενώ δεν είχα δείξει τον ίδιο ενθουσιασμό για το φαλαφελάδικο. Τι να εξηγώ τώρα, το καθένα με τις εξωτικοποιήσεις του.

Το κέντρο αναφοράς του ταξιδιού ήταν το Klapperfeld, η τελευταία «κατάληψη» της πόλης. Αν και στην πραγματικότητα, δηλαδή αναφορικά με το νομικό καθεστώς, δεν πρόκειται για κατάληψη, λειτουργεί ακριβώς ως κινηματικό στέκι. Θα μεταφράσω εν συντομία μία εισαγωγική παράγραφο από το σαιτ τους, με τον εύλογο τίτλο «Ιστορίες που μπορούν και δεν μπορούν να ειπωθούν», καθώς αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα που με απασχολεί και μένα:

“Τον Αύγουστο του 2008 η πρωτοβουλία «Faites votre jeu!» προχώρησε στην κατάληψη ενός παλιού youth centre και ξεκίνησε την λειτουργία ενός αυτοοργανωμένου μη εμπορικού κέντρου. Μετά από λίγους μήνες, στις αρχές του 2009 οι αρχές της Φρανκφούρτης απείλησαν την κατάληψη με έξωση και, καθώς η πρωτοβουλία δεν ενέδωσε στις κρατικές απειλές, ξεκίνησαν μια νομική διαδικασία εναντίων των μελών της πρωτοβουλίες. Παρενθετικά, ίσως χρειάζεται να θυμίσουμε ότι στην Γερμανία, αν και πλέον παρόμοιες καταστάσεις ισχύουν σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, το κράτος είχε ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας πολύ αυστηρή στάση απέναντι στα κινήματα, ιδιαίτερα αυτό των καταλήψεων. Ουσιαστικά η κατάληψη για την οποία συζητάμε εδώ, επομένως, ήταν το τελευταίο ανάθημα, με ισχυρή συμβολική αξία αλλά μηδαμινές πιθανότητες επιβίωσης, ιδιαίτερα χωρίς ισχυρό κίνημα να το στηρίξει. Έτσι η πρωτοβουλία κατέληξε σε έναν συμβιβασμό με τις αρχές και μεταστεγάστηκε στο κτήριο Klapperfeldstrasse No 5. Το κτήριο αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση καθώς από το 1886 όταν χτίστηκε αποτελούσε φυλακή. Η χρήση του ως κρατητήριο εξακολούθησε την περίοδο του ναζισμού, ενώ ακόμη και μέχρι το 2003 το κτήριο ήταν «κέντρο φιλοξενίας» μεταναστριών προς απέλαση.”

Η βαριά ιστορία του κτηρίου έγινε όπως ήταν αναμενόμενο αντικείμενο σοβαρής συζήτησης και ενστάσεων. Πώς θα μπορούσε ένα εργαλείο της κυριαρχίας να στεγάσει την απελευθέρωση; Πώς θα γίνονταν συνελεύσεις, παρουσιάσεις, πάρτι σε έναν χώρο όπου δεν υπάρχει απλώς η μνήμη και η ιστορία κάποιων βασανισμένων και νεκρών, αλλά οι σχέσεις αυτές έχουν διαποτίσει τα άψυχα ντουβάρια και έχουν αντικαταστήσει τα θεμέλια – χωρίς καμία μεταφυσική διάθεση.

Η απάντηση της πρωτοβουλίας ήταν η σύσταση μιας ιστορικής ομάδας, η οποία επίσης λειτουργεί εκτός θεσμικού πλαισίου και ερευνά τόσο τα αρχεία, ανασυνθέτοντας την ιστορία ενός αιώνα – και πλέον – βασανισμού, εγκλεισμού και θανάτου, αλλά ψηλαφεί και το τραύμα της μετά μνήμης παίρνοντας συνεντεύξεις από επιζώντες

Στο κτήριο αυτό έζησα την πιο έντονη, μοναδικής ποιότητας collective effervescence, κατά Durkheim.

Ήταν μία από αυτές τις καλά οργανωμένες από τις γερμανίδες μέρες, γεμάτες συζητήσεις και συναντήσεις, η οποία θα έκλεινε με ένα πάρτι με ’80ς μουσική προς τιμήν μας. Δεν θυμάμαι αν η σειρά που έγιναν τα πράγματα ήταν τυχαία, επειδή εμείς από Ελλάδα είχαμε αργήσει για πολλοστή φορά, ή αν ήταν έτσι υπολογισμένο λόγω πολιτικής στάσης, αλλά κυριολεκτικά ακριβώς πριν αρχίσει το πάρτι δύο μέλη της ιστορικής ομάδας μας έκαναν ξενάγηση στο κτήριο. Κατεβήκαμε στα υπόγεια, τα οποία δεν χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση, και μπήκαμε μέσα στα κελιά, τα οποία έμοιαζαν να έχουν τοίχους κατασκευασμένους από σκαριφήματα, αφιερώσεις και υπογραφές χρόνο πάνω στο χρόνο, από τους αντιναζιστές συντρόφους, αραβικά από το 2002-2003, γραμμές που μετρούν μέρες.

Όσο προχώραγα σε αυτούς τους χώρους με την υποβλητική υγρασία, τόσο περισσότερο αμφέβαλα για την αντίστιξη υποκειμένου αντικειμένου, ενώ είχα ήδη πετάξει στα σκουπίδια την οντολογία του βάθους, καθώς το υλικό και το άυλο έμοιαζαν να ανταλλάσουν θέσεις και νοήματα, να συμπτύσσονται και να επαναδιαπραγματεύονται τις διαλεκτικές τους υπάρξεις.

Μετά το σοκ της ιστορικής αυτής εμπειρίας είχαμε το πάρτι. Ποιο πάρτι που εκείνη την ώρα ήμασταν κουρέλια. Παρόλα αυτά, με ένα αίσθημα ενοχής, το ξεπεράσαμε – γιατί όχι άλλωστε, όσο κοντά και να βρεθήκαμε σε αυτά τα βασανισμένα σώματα, στην τελική ανεβήκαμε στον πάνω όροφο και βάλαμε μουσική, τα αφήσαμε πίσω μας, ότι και να βιώσαμε δεν ήταν στο δικό μας σώμα, ας κάνουμε τώρα το πάρτι.

Καμία σχέση.

Αν υπάρχει κάπου η κατά Tilley «πυκνότητα της ανθρώπινης εμπειρίας», τότε ήταν σε αυτό το κούιρ πάρτι μέσα στη φυλακή, όπου ο χώρος, ο τόπος και ο χρόνος επενδύονταν με νοήματα και μνήμες, βιώνονταν και αενάως επανα-οικειοποιούνταν μέσα από ενσώματες κοινωνικές πρακτικές, δηλαδή παράφωνο τραγούδι και χορό από αγκαλιασμένα λοξά σώματα.

Ενώ το πάρτι υποτίθεται ότι θα τελείωνε κάποια συγκεκριμένα ώρα, ίσως 3, δεν θυμάμαι, με βάση αυτά τα γερμανικά οργανωτικά που κοροϊδεύαμε, ο χορός συνέχισε μέχρι το πρωί. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα οι δύο υπεύθυνες γερμανίδες μανάνες ρώταγαν η μία την άλλη τι ώρα είναι, διότι ήταν δικιά τους ευθύνη να κλείσουν το πάρτι, αλλά πεισματικά επί 3 ώρες σχεδόν η ώρα παρέμενε 3 παρά τέταρτο. Εγώ είχα κουραστεί, σωματικά και συναισθηματικά, και καθώς δεν με διασκεδάζει ιδιαίτερα η συγκεκριμένη μουσική που έπαιζε, ούτε ο χορός, αποφάσισα να αράξω στο μπαρ, το οποίο βέβαια μέχρι εκείνη την ώρα είχε στεγνώσει οπότε δεν ήταν ότι βοηθούσα κιόλας.

Και τότε συνέβη. Μία από τις μανάνες ήρθε να με ρωτήσει αν είμαι καλά, και γιατί κάθομαι μόνη μου ενώ τα άλλα χορεύουν. Της απάντησα κάτι ασυνάρτητο, καθώς η πραγματικότητά μου ήταν άφατη. Το total eclipse of the heart κατευθυνόταν ως δέηση στην ψηλοτάβανη αίθουσα και τότε ένιωσα την ιστορική δικαίωση των νεκρών να κατεβαίνει, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, να συναντιέται στο όριο της ζωής και του θανάτου η χαρά των λοξών υπάρξεων με το παρελθόν της καταπίεσης. Και συγκινήθηκα καθώς ένιωσα τον Μπένγιαμιν να χαμογελά.

Μόνο εμείς θα μπορούσαμε, και οφείλαμε, να κάνουμε πάρτι στην παλιά φυλακή, κατακτώντας κυριολεκτικά ένα από τα φρούρια των αιώνων Κυριαχίας.

Ακόμη και αν οι άγγελοι της ιστορίας δεν κοίταγαν από τα παλιά παράθυρα, η ενδυνάμωση που πήρα μέσα από την βαθιά και βαριά συνειδητότητα  ότι η ύπαρξή μου ήταν όχι απλά σχεσιακή στο παρόν, αλλά στο παρελθόν και στο ιστορικό μέλλον, ήταν αρκετή.

Είναι σπάνιες αυτές οι μεταφυσικές σχεδόν εμπειρίες κατά τις οποίες ένα υποκείμενο συναισθητικά βιώνει την κοινότητα. Η καθημερινότητα μπορεί να φθείρει και να απομακρύνει με την τοξικότητά της αυτό το βίωμα, αλλά ακριβώς έτσι αναδύεται, μάλλον, η ανάγκη αυτό να επικοινωνηθεί και να κατατεθεί στην συζήτηση που αναζητά λοξούς τρόπους επανοικειοποίησης, αντίστασης στην Κυριαρχία, φροντίδας και φεμινισμού.

μανάνα (η): σύμπτυξη των «κυρία» και «μαμά», περιγράφει ένα αρχέτυπο φροντιστικού ρόλου που όμως παράλληλα διατηρεί τον κοινωνικό καθωσπρεπισμό.

#Cancelling_Judith (2)

Υπάρχει μια συνομοσιωλογικής φύσεως θεωρία για τους μεγάλους ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες κτλ, ότι γίνονται πιο συντηρητικοί όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνουν, γίνονται πιο διάσημοι, πιο πλούσιοι. Η Butler σίγουρα δεν μπορεί να ενταχθεί σε αυτήν την κατηγορία. Διαβάζοντας προγενέστερες αναλύσεις της, και συγκεκριμένα τον σχολιασμό του προλόγου του Sartre στον Fanon («Της γης οι κολασμένοι»), γίνεται εμφανές ότι αποστρέφεται την βία, ειδικά σε όποια μορφή της αξιώνει ριζοσπαστικότητα.

Το ζήτημα, φυσικά, της βίας – και σημειώνω ότι από εδώ και πέρα εννοώ πάντα την δική μας βία, των κινημάτων, την αντιβία και την αυτοάμυνα – είναι περίπλοκο και πολύ πιο σημαντικό από την ανάλυση των μισόλογων της Butler.

Χρειάζεται να αναλύσουμε με τα δικά μας εργαλεία, τα φεμινιστικά, την βία, και όχι να φάμε όπως η Judith αμάσητη την προπαγάνδα – η οποία φυσικά παράγει κοινωνικά αποτελέσματα, οπότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος – ότι η βία συνδέεται οργανικά με την τοξική αρρενωπότητα.

Ο κοινωνικός θάνατος δεν είναι ένα παράδοξο που έχει να αντιμετωπίσει μόνο, όπως καταλήγει μέσω λογικού άλματος η Butler, κριτικάροντας εύστοχα τον μισογυνισμό του Fanon, η αρρενωπότητα, είναι ένα παράδοξο που έχει να αντιμετωπίσει η εμπρόθετη δράση, και κάθε υποκείμενο, ανεξαρτήτως των κολλημάτων της κάθε Judith περί τακτοποιημένων συμβολικών συστημάτων διπόλων, θα χρειαστεί να το αντιμετωπίσει προκειμένου να ενεργήσει πολιτικά.

Η συζήτηση των θεωρητικών που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της βίας πιο συστηματικά σταματά σε κάθε αρχή και τέλος της στο πρόβλημα του ορισμού της κεντρικής έννοιας, ακολουθώντας μια παράδοση σκέψης που μόλις και ισορροπεί μεταξύ της φιλοσοφίας και της εισαγωγής έκθεσης πανελλαδικών. Αναλόγως με την θεωρητική σχολή και την πολιτική θέση του εκάστοτε θεωρητικού, η βία αναλύεται σε κάποια από τις εκφάνσεις της, και σπανίως γίνεται απόπειρα να αναλυθεί οντολογικά, καθώς μια τέτοια προσέγγιση πάντα ενέχει και τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας.

Η Arendt, για παράδειγμα, η μόνη σοβαρή φιλελεύθερη κοινωνική στοχάστρια, σημειώνει ότι η βία είναι περισσότερο ένα όπλο μεταρρύθμισης παρά επανάστασης. Η ίδια βέβαια είναι αρνητική τόσο στην ιδέα της βίας, όσο και της επανάστασης. Ο Fanon, από την άλλη, υπέρμαχος της δημιουργικής και ανατρεπτικής ποιότητας της βίας σημειώνει, σαν ψυχίατρος, τις καταστροφικές συνέπειες που αυτή είχε σε υποκείμενα που την άσκησαν: αποπροσωποποίηση και διαταραχές άγχους εκδηλώνονται ως αγκάθια στα πλευρά της θεωρίας του περί αναζωογονητικής βίας.

Δεν έχω αξίωση να απαντήσω στα ερωτήματα της βίας, ωστόσο θεωρώ απαραίτητο ως κινήματα να βρούμε ποια είναι για μας τα ερωτήματα αυτά, να τα θέσουμε και να επανερχόμαστε διαρκώς, προκειμένου να αυτοαξιολογούμε την πολιτική μας πορεία – εάν φυσικά μας ενδιαφέρει κάτι παραπάνω από την απλή εκπαίδευση νέων μελών, λες και είμαστε στελέχη της αριστεράς του ’80.

Η επίπονη αυτή δουλειά ξεκίνησε και δεν κατέληξε ποτέ σε μια συνέλευση που συμμετείχα πρόσφατα μέσω περιπτωσιολογίας. Καθώς ξεδιπλώνονταν περιπτώσεις επί περιπτώσεων, αντικρουόμενα κίνητρα και μη συμβιβαζόμενες θέσεις με έπιασε απελπισία.

Αργότερα, διαβάζοντας το κάλεσμα της Butler για λιγότερη βία και την πρότασή της να χρησιμοποιούμε την κοινωνική ισότητα ως πλαίσιο δράσης μας προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο αυτό, τα ερωτήματα μου βρήκαν την θέση τους.

Είναι ξεκάθαρο ότι η κοινωνική ισότητα δεν μπορεί να είναι το πλαίσιο δράσης, διότι είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο. Αυτό σε φιλοσοφικούς όρους φαντασιακής κατασκευής μιας μελλοντικότητας σημαίνει το άφατο. Άρα, θα επιστρέφουμε στην επίπονη περιπτωσιολογία επίμονα, αρχειοθετώντας αιώνια υποπεριπτώσεις και ερωτήματα προκειμένου η κάθε μία από εμάς να σκιαγραφήσει αχνά τα δικά της διαρκώς μεταβαλλόμενα όρια, αφού ούτε εμείς, ούτε η βίας, ούτε η πολιτικές μας μπορούμε να βγούμε έξω από το υπάρχον.

Θέλω να πιστεύω ότι στους φεμινισμούς που εγώ χωράω είναι αυτονόητο κεκτημένο η αυτοάμυνα και η αντιβία, όπως και η απόρριψη όποιας βίας ενέχει, στην πράξη της ή στην ιστορική της καταγωγή, αναπαραγωγή πατριαρχίας και ρατσισμού. Στους φεμινισμούς μου χωράνε όλα όσα ψάχνουν πιο συμπεριληπτικούς τρόπους αγώνα, όλα όσα χρειάζονται διαλλείματα και δεν μπορούν να σηκώσουν άλλη βία, όλα όσα ανησυχούν για το πόση από την δημιουργική και συσχετιστική μας ποιότητα θα κάψει η βία μας στο πέρασμά της κραδαίνοντας παράλληλα την φωτιά αυτή προκειμένου να επιβιώσουν.

#Cancelling_Judith

Το καινούργιο βιβλίο της Judith Butler, The force of non violence, παρουσιάζει την οπτική της διάσημης ακαδημαϊκού πάνω στην βία (violence), η οποία για ακόμη μια φορά διαφεύγει ορισμού, αλλά συνδέεται μέσω των παραδειγμάτων της συγγραφέως, ιστορικά αλλά και σήμερα, τόσο με ό, τι ονομάζουμε συστημική βία, όσο και με όρους που έχουν εισάγει τα κινήματα για τις δικές τους πρακτικές, όπως αυτοάμυνα και αντιβία.

Σε αυτό το ευκολοδιάβαστο τελευταίο της έργο η Butler βγαίνει από τα ακαδημαϊκά της νερά και ασχολείται με ένα πεδίο θεωρητικό που της είναι σίγουρα πολύ πιο άγνωστο από εκείνο του φύλου, της επιτελεστικότητας και της σεξουαλικότητας στο οποίο έχει συνεισφέρει τόσο πολύ. Έτσι ξεδιπλώνονται σε πιο αδρές γραμμές οι πολιτικές της τοποθετήσεις, πάντα μέσα από αυτήν την φλυαρία στην οποία μας έχει συνηθίσει και η οποία τυχαία ή μη αποκρύπτει την ασάφεια του κεντρικού θεωρητικού – φιλοσοφικού επιχειρήματός της.

Βασιζόμενη σε εκφράσεις όπως “what do we owe?”, “ethical obligations”, “non violent relationship”και το κορυφαίο “when we strike at one another, we strike at that very bond”, η ρετροσπεκτίβα του λειτουργισμού, curated by J. B., ξεδιπλώνεται επιμένοντας στην ηθική σημασία διατήρησης του κοινωνικού δεσμού, αγνοώντας τις σχέσεις εξουσίας και ισοπεδώνοντας ιστορίες κινημάτων και ένοπλων αγώνων υπογραμμίζοντας ότι οι μόνες κοινωνικές σχέσεις που χτίζονται μεσω της βίας είναι ο εθνικισμός και ο ρατσισμός.

Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι όταν μιλά για πράξεις που «επιτίθενται» και «διασπούν τον κοινωνικό δεσμό», μιλά ακόμη και για τις πράξεις αυτοάμυνας, ένα αυτονόητο κεκτημένο ακόμη και για τις δευτεροκυματικές νομικόπληκτες φεμινίστριες. Μάλιστα σε συνέντευξή της στο κατακάθι New Yorker εκφράζει την λύπη της που δεν έχει αρκετό τσαγανό σαν φιλόσοφος για να καταδικάσει την βία τελειωτικά, αφού σημειώνει, καθώς ο Ν. Υ. τσινάει, ότι νταξ μην το παρακάνουμε άμα είναι να μας σκοτώσουν επιτρέπεται η βία, omg thank you mistress J.

Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν ξεκινά κανείς να αποδομήσει την Butler, όπως και όποιο άλλο υποκείμενο έχει αντίστοιχο ακαδημαϊκό βεληνεκές, που δεν είναι άλλο από την «φτιασιδωμένη» φλυαρία. Είναι έτσι πολύ εύκολο η μετριοπαθής ή συντηρητική πολιτική θέση να κρυφτεί πίσω από μια διόλου δημιουργική ασάφεια, και το κέντρο βάρους της συζήτησης και της κριτικής να μετατοπιστεί από το κεντρικό πολιτικό και θεωρητικό επιχείρημα στις υποσημειώσεις. Έτσι, και σε αυτήν την περίπτωση η Butler πηγαινοέρχεται ανάμεσα, από τη μία, σε ένα κοινωνιολογικό πλαίσιο κατανόησης βάση της Κυριαρχίας, μέσα στο οποίο κάποιες ζωές έχουν περισσότερη αξία από άλλες, ενώ ο ατομικισμός προπαγανδίζει την ηθικιστική κατανόηση της σχέσης που μας συνδέει ως εξωτερική και βασιζόμενη σε ρυθμιστικούς κανόνες, ένα πλαίσιο που την οδηγεί να ζητήσει μια «ριζοσπαστική ισότητα» (radical equality) ως νέο όραμα, και, από την άλλη, στην επιμονή της, η οποία δεν τεκμηριώνεται πουθενά θεωρητικά, να διαμεσολαβηθεί όλο αυτό το σχήμα από την καταδίκη της βίας.

Το θεωρητικό και κυρίως πολιτικό πρόβλημα είναι ότι τσουβαλιάζει ως Βία όλες τις μορφές, πρακτικές, συμπεριφορές, δομές, κρατικές πολιτικές κτλ, σημειώνοντας μάλιστα ότι οι αιτίες της βίας είναι «ο θυμός, η επιθετικότητα και οι φονικές επιθυμίες», λες και είμαστε Κυριακή πρωί στο κατηχητικό. Δεν διαφωνώ με την προτροπή της για περισσότερη ισότητα, ούτε με την επισήμανσή της ότι οι σχέσεις μας δεν πρέπει να κατανοούνται στη βάση του τι πρέπει να κάνουμε αλλά το ποια είμαστε μέσα από και σε αυτές, απλώς η βία δεν έχει πολιτικά, θεωρητικά, και λογικά, αιτία ύπαρξης μέσα στο επιχείρημα, παρά μόνο αν σταματήσουμε να αναλύουμε το επιχείρημα αυτό καθεαυτό και στραφούμε στην ανάλυση της πολιτικής στάσης της Butler.

Η ίδια δίνει αρκετή τροφή αναλύοντας κομμάτια της πολιτικής επικαιρότητας. Προσωπικά βλέπω μια σταυροφορία αποπολιτικοποίησης εκ μέρους της, όταν ονομάζει τον νεοφασισμό του Trump «η μεταδοτική αίσθηση της απρόσκοπτης ικανοποίησης του σαδισμού», και τις δολοφονίες μαύρων ως αποτέλεσμα του συστημικού ρατσισμού των ΗΠΑ «πολιτικά επακόλουθα μιας φυλετικής φαντασμαγορίας». Το κερασάκι στην τούρτα είναι βέβαια η δήλωσή της ότι το να παίζουμε ξύλο με τους φασίστες που μας προκαλούνε “is affirming destruction”.

Στην βιασύνη της να ισοπεδώσει την αυτοάμυνα ξέχασε να ρωτήσει ερωτήσεις που η ίδια βοήθησε να εξαπλωθούν και να καθιερωθούν τόσο σε ακαδημαϊκό όσο και σε κινηματικό πλαίσιο, όπως «ποιος είναι ο εαυτός που αυτοαμύνεται;»

Εξάλλου, ενώ εξαίρει την μη βία σύγχρονων φεμινιστικών και άλλων κινημάτων όπως το Black Lives Matter, και ιστορικών μορφών όπως του M. L. King, δεν φαίνεται να διαθέτει ή να ενδιαφέρεται για μια σφαιρικότερη κατανόηση των θέσεών τους, οι οποίες δεν προέβαλαν την πρακτική της μη βίας με τέτοιο τρόπο ώστε να αναγνωρίζει τις κανονιστικές προσδοκίες που απορρέουν από την προηγούμενη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά ως τμήμα μιας συνολικής αμφισβήτησης του υπάρχοντος συστήματος. Αντίθετα, η διάσημη Judith επαναλαμβάνει ονόματα και ιστορίες προκειμένου να ξορκίσει τον φόβο της για την ανατροπή, φόβος κοινός σήμερα σε πολλά αυτοαποκαλούμενα αριστερά και προοδευτικά υποκείμενα «μετριοπαθών», δηλαδή άκρως επικίνδυνων και αντιδραστικών πολιτικών, σε αντιστοιχία με την πρώτο φόβο των αστών για τις επικίνδυνες τάξεις.

Judith is cancelled, διαβάστε Teen Vogue.

Το πλακομούνι: μύθος ή αλήθεια;

μία σύντομη σημείωση πάνω στην σύγχρονη ενδοκινηματική αστυνόμευση της σαπφικής σεξουαλικότητας

Πριν από αρκετό καιρό μια δημοφιλής youtuber είχε ξεσηκώσει αρκετές αντιδράσεις δηλώνοντας – από θέση μάλιστα – ότι τα ψαλίδια έχουν εφευρεθεί από το αντρικό βλέμμα και μάλιστα προς χάριν της καπιταλιστικής βιομηχανίας του πορνό. Κάτω από το βίντεο το κοινό της είχε διχαστεί. Οι μισές την υποστήριζαν παθιασμένα, επίσης από θέση, ενώ οι άλλες μισές είχανε μείνει με το στόμα ανοιχτό και απορούσαν πώς είναι δυνατόν να έχει στερηθεί για τόσον καιρό την ύψιστη αυτή απόλαυση και πώς κάνει σεξ τέλος πάντων.

Για αρκετά χρόνια το περιστατικό αυτό δεν ήταν παρά μια κακιά ανάμνηση, καθώς μεγαλώνοντας και κινούμενη σε queer φεμινιστικούς, sex positive και kink χώρους είδα, ευτυχώς, μια τελείως διαφορετική αντίληψη. Εξάλλου ο ροζ καπιταλισμός είχε φροντίσει έτσι ώστε – πράγμα που μπορείτε εύκολα να το πιστοποιήσετε και εσείς με μια αναζήτηση στο google – το γενικότερο κλίμα γύρω από το σαπφικό σεξ να είναι πιο ενημερωμένο και φιλικό.

Παρόλα αυτά πριν από λίγο καιρό τυχαία έπεσα πάνω σε μια σειρά σχολίων κάτω από ένα ποστ δημοφιλούς σελίδας, η οποία ανακοίνωνε ότι επιτέλους έμαθε – προσοχή αποκλειστικά πληροφορήθηκε, δεν τα δοκίμασε – τι είναι τα ψαλίδια. Από κάτω είχε ξεκινήσει μια τεράστια συζήτηση από cis straight κοπέλες που απορούσαν και ζητούσαν τα φώτα κάποιας δεσποσύνης, παρθένας κατά τον αρχαιοελληνικό ορισμό, προκειμένου να τις ενημερώσει πάνω στο προαιώνιο ερώτημα του τίτλου μας. Πράγματι, ως από μηχανής θεά μια σαπφική ύπαρξις comes to the rescue. Με συνοπτικές διαδικασίες ενημερώνει τις υπόλοιπες ότι τα ψαλίδια δεν είναι παρά ένας μύθος που έχει εφεύρει ο άντρας προς τέρψιν και κερδοφορία του. Πλήρως ικανοποιημένες οι ίσιες φίλες μας μπαίνουν από κάτω να υπερθεματίσουν, σημειώνοντας σε τόνο let me iiiiiiiin ότι ναι προφανώς και είναι μύθος αφού αυτές ποτέ δεν θα ήθελαν να κάνουν κάτι παρόμοιο – γοτ – ότι το male gaze και η βιομηχανία πορνό έχει σαφώς βάλει το χεράκι της στο συλλογικό σαπφικό φαντασιακό.

Ας το πάω λίγο πιο ακαδημαϊκά γιατί τελευταία χάνω όλο και πιο εύκολα την ψυχραιμία μου. Πηγαίνοντας πίσω στο πρώτο παράδειγμα, αυτό της youtuber, το πρώτο που θα ήθελα να σχολιάσω είναι η χρονικότητα. Μιλάμε για το 2009, μια περίοδο πολύ διαφορετική φυσικά από τη σημερινή, αλλά θέλω να κρατήσω μόνο μια υπεραπλούστευση: είμαστε λίγο πριν την προεδρία του Ομπάμα, λίγο πριν το πρώτο κύμα ριζοσπαστικοποίησης της γενιάς μας εδώ στον ελλαδικό χώρο, και εκεί, στην καρδιά του ιμπεριαλισμού, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η παγκόσμια θεωρία, αλλά και να αναβαθμίσει το μάρκετινγκ του ο ροζ καπιταλισμός. Έχουμε, λοιπόν, πολύ λιγότερη πληροφόρηση, πολύ περισσότερη άγνοια, μειωμένη ιντερνετική παρουσία ακτιβιστών, σε σχέση με σήμερα, που ενημερώνουν συνεχώς και ασκούν πολιτική. Έτσι μια όποια άγνοια δεν είναι απλώς αναμενόμενη, ακόμη και από μέλη της κοινότητας, αλλά και κατανοητή, ειδικά συνυπολογίζοντας την σημαντική δουλειά που χρειάζεται για να ξεφύγεις από την εσωτερικευμένη λεσβοφοβία, κυρίως στο βαθμό που αυτή εδράζεται ή εμπλέκεται με την ενσώματη έκφραση της σεξουαλικότητας σε μια γενεαλογία ντροπής που μετρά ήδη δύο χιλιετίες.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά από την ατυχή στιγμή της λεσβίας youtuber το σκηνικό έχει αλλάξει πολύ. Ένα πρόχειρο google search αποκαλύπτει πολλά άρθρα που εξηγούν με λεπτομέρειες τι είναι τα ψαλίδια και πως να τα κάνεις. Αν και επί τούτου οι αναζητήσεις μου ήταν δομημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μου βγάλουν όσο το δυνατόν αποτελέσματα κριτικά ή απευθυνόμενα σε ίσιο κοινό, απέτυχα: όλα τα άρθρα, ακόμα και τα χιουμοριστικά, απευθύνονταν σε νεαρές λοξές, με καθησυχαστικό και επιβεβαιωτικό τόνο, προσφέροντας οδηγίες, αστείες ιστορίες και ιστορικό γύρω από αυτήν την καθιερωμένη σεξουαλική πρακτική.

Πιο συγκεκριμένα, στον ελλαδικό και δη στον αθηναϊκό ενδοκινηματικό queer φεμινιστικό χώρο η κατάσταση όχι απλώς έχει αλλάξει, έχει υπάρξει μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια. Σήμερα, με όλα τα προβληματικά σημεία που επισημαίνουμε και των οποίων είμαστε τμήματα κατά καιρούς, ο λοξός κινηματικός τόπος της Αθήνας έχει πάρει ώθηση τόσο από την αμερικανική ακαδημία φύλου όσο και από την ευρωπαϊκή και δη βερολινέζικη σκηνή και προσπαθεί πράγματι, τουλάχιστον σε μια πρώτη ανάγνωση, να είναι στην πρώτη γραμμή, του queer φεμινισμού, της ελευθεριακής σεξουαλικότητας, του bdsm & kink positive.

Αυτή η εικόνα της πρωτοπορίας όμως καταστρέφεται λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια. Η απίστευτη άνεση με την οποία ένα μέλος της κοινότητας μπορεί να καταστρατηγήσει μία από τις βασικότερες φεμινιστικές αρχές και να διαγράψει την εμπρόθετη δράση και τις επιθυμίες τόσων άλλων, αναλαμβάνοντας να εκπαιδεύσει το ίσιο κοινό, βάζοντάς το για ακόμη μια φορά στο επίκεντρο σε αντίθεση με τις λοξές ενσώματες επιθυμίες είναι ενδεικτική ενός τεράστιου ελλείμματος δουλειάς που σαν μη κοινότητα πρέπει να αναλάβουμε.

Κάνοντας μια παρένθεση θέλω να επισημάνω πως προφανώς δεν πρόκειται εδώ πέρα να ψηφίσουμε και να αποφασίσουμε αν τα ψαλίδια είναι κάτι που πρέπει να καθιερώσουμε ή όχι. Η κάθε μία θα κάνει ό, τι της γουστάρει, αλλά κάπως αυτό είναι το φεμινιστικό πόιντ. Προσωπικά, και αν δεν έχει φανεί ήδη εντύπωση μου κάνει, τρελαίνομαι για πλακομούνια, αν και δεν είμαι αρκετά φιτ για να τα κάνω όπως και όση ώρα θέλω. Σίγουρα καταλαβαίνω και ξέρω ότι αυτό δεν σημαίνει ότι όλες θα πρέπει να μοιράζονται το ίδιο πάθος.

Τι θέλω να πω με όλα τα παραπάνω; Πιστεύω ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα από το να καταρρίψουμε δευτεροκυμματικά, ουσιοκρατικά στην βάση τους, επιχειρήματα, όπως το ότι συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές εφαρμόζονται λόγω του αντρικού βλέμματος, ή ότι η βιομηχανία του πορνό είναι ανάθεμα. Επίσης νομίζω πρέπει να είναι σαφές σε κάθε φεμινίστρια, ή να γίνει τέλος πάντων google is your friend που λέει και μια συντρόφισσα, ότι η αστυνόμευση της σεξουαλικότητας της διπλανής σου, είτε πρόκειται για κάποιο «περίεργο» kink, είτε πρόκειται για την πολυσυντρφικότητα, είτε για την μονοσυντροφικότητα, είτε για τα πλακομούνια, δεν είναι παρά εσωτερικευμένος πατριαρχικός έλεγχος, και πρέπει πάραυτα να αποβληθεί.

Το ευρύτερο πρόβλημα, για μένα, είναι πολύ πιο δύσκολο, και αφορά την κυκλοφορία της κινηματικής γνώσης με αποικιοκρατικούς όρους από το κέντρο στην περιφέρεια, δηλαδή από τις ΗΠΑ και τα πανεπιστήμιά τους στα εγχώρια, καθώς και τα αισθητικά και αισθησιακά πρότυπα που κυκλοφορούν με παρόμοιο τρόπο – αν όχι μονόπλευρα με σαφή προτεραιότητα εξουσίας – από το Βερολίνο στη Αθήνα. Πέρα από ένα σαφές σκιαγράφημα διεθνούς πλέγματος εξουσίας που αναδύεται, εδώ παρατηρώ και έναν άλλο κίνδυνο. Οι θεωρίες και οι πρακτικές που συσσωρεύονται και έρχονται να εφαρμοστούν στα καθ’ υμάς, με το αντίστοιχο λεξιλόγιό τους και την ιστορία του, έχουν γεννηθεί και ζυμωθεί αλλού. Αυτό έχει μια μεγάλη σημασία γιατί φέρουν τα σημάδια άλλων σχέσεων, από και για τις οποίες αναδύθηκαν. Σε πολλές περιπτώσεις στον ελλαδικό χώρο όχι μόνο δεν υπάρχει το αντίστοιχο ρίζωμα σε κάποιον όρο, όπως το queer, για να ενταχθεί βιωματικά στο λεξιλόγιό μας, αλλά δεν έχει υπάρξει καν μια κοινότητα, μάλλον αυτή συγκροτείται γύρω από την θεωρία.

Η αποαποικιοποίηση ειδικά σε ένα περιφερειακό κράτος όπως το ελλαδικό που έχει παίξει και ειδικά σήμερα παίζει διπλό ρόλο καταπιέζοντας μειονότητες που έχουν την πολιτική του ιδιότητα αλλά και όχι – σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν συμμαζεύεται, είναι πάντα μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία, μια αποϋποκειμενοποίηση σε συλλογικό επίπεδο αλλά και μια αποδόμηση κάθε κειμένου, όσου μικρού ή ασήμαντου. Ίσως επανέρθω σε επόμενο κείμενο.

Μέχρι τότε, πλακομούνια, αλλιώς μαδομούνια.

  • Ακολουθώντας την διεθνή κινηματική ορολογία χρησιμοποιώ τον όρο «σαπφικό» για να περιγράψω την σεξουαλική ή/και ρομαντική έλξη μεταξύ γυναικών και θηλυκοτήτων.

Με πρόλαβες μωρή μαρια παπαδοπούλου

Η νέα διαφήμιση της λάκτα είναι μια αηδία. Παρόλα αυτά σύσσωμος ο προοδευτικός χώρος την έχει λατρέψει, όπως και την περσινή. Μάλιστα, για όσα από εσάς δεν παρακολουθείτε φανατικά το σίκουελ λάκτα vs νοικοκυραίοι, υποτίθεται ότι η φετινή καμπάνια της λάκτα αποτελεί «πάρε νάχεις» απάντηση στο ομοφοβικό ξέσπασμα απέναντι στην περσινή της διαφήμιση.

Αρχικά ας δούμε λίγο το ευρύτερο πλαίσιο. Είναι γνωστό νομίζω ότι με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα μεγάλες εταιρίες προωθούν μια προοδευτική και φιλελεύθερη εικόνα μέσα από διαφημίσεις που είτε κόβουν με ξυραφάκι κυρίαρχα πρότυπα, πχ αρρενωπότητας, είτε προσφέρουν στα κουίρ άτομα μια αίσθηση «αποδοχής» και ασφάλειας που ποτέ δεν θα ένιωθαν δουλεύοντας σε αυτές, καλή ώρα η τελευταία διαφήμιση των στάρμπακς. Αν και υπάρχει μεγάλη ποικιλία και κατηγοριοποιήσεις σε αυτές τις διαφημίσεις, με διακυμάνσεις τόσο στην θεματική όσο και στην αισθητική αρτιότητά τους, όλες δεν παύουν να είναι pink capitalism herrings. Στον ελλαδικό χώρο αυτή η τάση έφτασε με δύο μορφές. Η πρώτη αφορά εταιρείες που ενώ δεν θέλουν να ταχθούν αναφανδόν υπέρ των πούστηδων αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει πολύ μεγάλο κομμάτι της αγοράς που ψοφάει για εικονικό δικαίωμα, οπότε παραγγέλνουν διαφημίσεις με έντονα, πολύχρωμα σχήματα, και γενικώς ρούχα και μουσική που να παραπέμπει εμμέσως και ασαφώς σε μια λόατ αισθητική χωρίς να μπορεί κανένα να τις κατηγορήσει για ομοφυλοφιλική προπαγάνδα. Η δεύτερη αφορά εταιρείες που το έχουν πάρει απόφαση. Συνεργάζονται, ίσως, και κάνουν χορηγίες σε λόατ φορείς, ενώ έχουν μια έντονη «μαχητική» επικοινωνιακή στάση υπέρ του δικαιωματισμού.

Δεν θέλω όμως να σταθώ στο πόσο ξέπλυμα είναι όλη αυτή η κατάσταση, αλλά στο πόσα αηδιαστικά επιπλέον επίπεδα ξεπλύματος έχει η φετινή διαφήμιση της λάκτα. Λίγο πολύ όλες οι διαφημίσεις που προαναφέραμε αποτυγχάνουν, ακόμη περισσότερο στον ελλαδικό χώρο, να δώσουν έστω και μια φετιχιστική εικόνα diversity. Παρόλα αυτά συνήθως επιτυγχάνουν την εύκολα αντιγράψιμη αίσθηση του ιτ γκετς μπέτερ. Αντίθετα η φετινή διαφήμιση της λάκτα ήταν φουλ τριγκαριστική: στο πρώτο μισό βλέπουμε ξεκάθαρα σκηνές βίας εναντίων υπονομιακών υποκειμένων. Η γκάμα έχει από βλέμματα αποδοκιμασίας μέχρι φυσική βία. Στο δεύτερο μισό όμως αποκαλύπτονται όλα ως ένα σκηνοθετικό τρικ – α ρε σκηνοθέτα (αυτό είναι inside joke ξεχάστε το) – και αποκαλύπτεται η αγάπη σε όλο της το μεγαλείο. Τελικά ήταν μια παρεξήγηση αυτά που νομίσαμε ως απόρριψη και βία: τα προνομιούχα υποκείμενα μας αγαπάνε, βρε, και μας προσέχουν.

Αρχικά λοιπόν φαίνεται μια αποτυχημένη pink capitalism διαφήμιση, καθώς δεν καταφέρνει όπως οι υπόλοιπες του είδους της να παρουσιαστεί ως υπέρμαχος των κουιρ, τα οποία θα νιώθουν πλέον ασφάλεια, χρέος αλλά και νομιμοποίηση να ψωνίζουν από την τάδε εταιρεία. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης όμως, η διαφήμιση αυτή είναι εξαιρετικά επιτυχημένη πατριαρχική προπαγάνδα. Είμαι σίγουρη ότι όλο αυτό έγινε κατά λάθος, καθώς οι ίσιοι που ασχολήθηκαν με την παραγωγή νόμιζαν ότι δίνουν αποστομωτική απάντηση σε όσους ξέρασαν ομοφοβία σε απάντηση της περσινής τους καμπάνιας, δείχνοντας παραδείγματα άλλων «κανονικών» ανθρώπων που αποδέχονται τα διάφορα λοξά άτομα στις σχέσεις τους και τις οικογένειές τους. Το μήνυμα όμως – και θα το αναλύω μέχρι να πεθάνουν όλοι οι συγγραφείς, οι θεοί και οι σκηνοθέτες – είναι ξεκάθαρο και ξεφεύγει από τα όρια του μάρκετινγκ: Η λάκτα δεν δίνει μια απάντηση σε όσους ξέρασαν ομοφοβία, αλλά σε όσα από εμάς αγανακτήσαμε και απαιτήσαμε να μην υπάρχει ανοχή στην βία τους. Το μήνυμα είναι αυτό της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, της αποδοχής της αποδοχής, της μοίρας και της θέσης στο περιθώριο. Είναι ένα βιντεάκι που δεν ξεπλένει απλά την λάκτα ως εταιρεία με φιλελεύθερο πρόσωπο, αλλά και όλη της cisετεροπατριαρχική και ρατσιστική κοινωνία, αφού υπάρχουν κάποιοι ίσιοι και λευκοί και άσπιλοι και κανονικοί που σηκώνουν τον σταυρό του να μας καλωσορίσουν στα σπίτια τους. Σε αντίθεση με άλλες διαφημίσεις που έστω και για μερικά δευτερόλεπτα δίνουν χώρο και κάνουν σέλεμπρέιτ τις λοξές υπάρξεις η λάκτα μοιράζει μπισκοτάκια στα σύμμαχα. Το μήνυμα είναι απλό: φάτε λάκτα ή φάτε το μουνί σας, και σκάστε.

Ναρκισσιστική Διαταραχή και Στίγμα


Τα παρακάτω αποτελούν μετάφραση ενός εκπαιδευτικού πόστ σε μια κλειστή ομάδα στο φουμπου και αναδημοσιεύονται με τη συναίνεση της γράφουσας.

«Αρχικά κάποιοι ορισμοί:

-ΝΔΠ- Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας

-Διαταραχές Τύπου ΙΙ- Διαταραχές προσωπικότητας όπως η ΝΔΠ, ΔΔ (διπολική διαταραχή) κτλ είναι οι πιο στιγματισμένες λόγω του τρόπου παρουσίασής τους από τα μίντια και γενικά της μη κατανόησης των διαταραχών αυτών γενικά.

Οκ, και τώρα μερικά πράγματα που πρέπει να ξέρουμε:

1. Ας είμαστε ξεκάθαρα. Δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται ναρκισσιστική κακοποίηση. Πρόκειται απλά για κακοποίηση και εκτός και αν το ίδιο το άτομο αυτοπροσδιορίζεται ως έχον διαγνωστεί με ΝΔΠ δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κάνουμε διαγνώσεις στηριζόμενες μόνο στην προκατάληψή μας και στον γενικότερο στιγματισμό των ατόμων με διαταραχές τύπου ΙΙ.

2. Το να έχει ένα άτομο μια διαταραχή τύπου ΙΙ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΝΔΠ, δεν το κάνει αυτόματα μαλάκα. Δεν το κάνει περισσότερο πιθανό να γίνει κακοποιητικό. Τα άτομα με ΝΔΠ και διαταραχές τύπου ΙΙ είναι στην πραγματικότητα περισσότερο πιθανό να κακοποιηθούν τα ίδια εξαιτίας της φύσης της διαταραχής, αλλά θα μιλήσουμε για αυτό σε λίγο.

3. Το να χρησιμοποιούμε τον όρο «ναρκισσιστής» σαν βρισιά είναι ρατσιστικό απέναντι στα ανάπηρα άτομα (ableist) και συμβάλει στον στιγματισμό των διαταραχών τύπου ΙΙ. Δεν θα μιλήσω εκ μέρους των ατόμων που έχουν κάποια τέτοια διαταραχή, αλλά έχω ακούσει πολλά άτομα να λένε πως η χρήση του όρου είναι προσβλητική και επικίνδυνη λόγω των συνδηλώσεων.

Και τώρα ας ξεκαθαρίσουμε κάποιες ερωτήσεις:

1. Τι είναι τελικά η ΝΔΠ;

Η ΝΔΠ είναι μια διαταραχή στην οποία το άτομο έχει πολύ υψηλή αίσθηση ότι είναι σημαντικό.

1α. Άρα τα άτομα με ΝΔΠ είναι υπεροπτικά και εγωιστικά;

ΟΧΙ. Όπως πολλά αυτιστικά άτομα δυσκολεύονται με την κοινωνική ενσυναίσθηση, έτσι και άτομα με ΝΔΠ μπορεί παρομοίως να δυσκολεύονται να βγουν έξω από την δική τους κοσμοθεωρία κατανόησης. Έτσι, μπορεί να τους είναι δύσκολο να δεχτούν την κριτική, ή να την παίρνουν πολύ σκληρά. Υπάρχει η επιθυμία να είναι σημαντικά, να μην ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ, και να τα φροντίζουν. Η επιθυμία να καταφέρουν μεγάλα και υπέροχα πράγματα είναι υψηλή, η επιθυμία για αγάπη και επιβεβαίωση είναι γενικά υψηλή.

Δεν είναι μια διαταραχή στην οποία δεν σε νοιάζει για κανένα και απλά κακοποιείς τον κόσμο επειδή «είσαι ναρκισσιστής». Δεν είναι έτσι τα πράγματα.

1β. Φαντάσου να νιώθεις συνέχεια πίεση να είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Θα υπέρ-επικεντρώνεσαι στα ελαττώματά σου και θα δουλεύεις για να τα εξαλείψεις, θα δυσκολεύεσαι να σε δεις με ακρίβεια στα μάτια των άλλων, και θα είσαι τρομερά επικριτικό στο πως πορεύεσαι μέσα στον κόσμο. ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ. Τα άτομα με ΝΔΠ περνάνε ΠΟΛΛΑ. Τα στατιστικά της κατάθλιψης και του άγχους είναι υψηλά στα άτομα με ΝΔΠ ακριβώς λόγω αυτής της ανάγκης να είναι καλύτερα, όλο και πιο καλά.

1γ.Και γι’ αυτό η αδυναμία τους να δουν από την προοπτική των άλλων κάνει κακό ΣΤΑ ΙΔΙΑ. Έχω φίλα που τα θεωρώ φανταστικά και εξαιρετικά, αλλά χρειάζεται (και με μεγάλη μου ευχαρίστηση το κάνω) να επιβεβαιώνω τα επιτεύγματα τους, τις επιτυχίες τους και τα καλά τους σημεία, επειδή μπορούν να δουν τα εαυτά τους μόνο με ένα τρόπο.

2. Δηλαδή αλήθεια λες ότι τα άτομα με ΝΔΠ μπορούν να κακοποιηθούν;

Εντελώς. Δες λίγο παραπάνω(1γ). Τι νομίζεις ότι θα γίνει όταν άτομα που έχουν μια επιθυμία για επιβεβαίωση και προσωπική τελειότητα βρεθούν σε μια σχέση με κάποιο που το εκμεταλλεύεται αυτό; Gaslighting (Ψυχολογική Χειραγώγηση). Υπέρ επικέντρωση στα ελαττώματα . Κυριολεκτικά το κακοποιητικό άτομο θα χρησιμοποιήσει την έντονη αίσθηση εαυτού των ατόμων με ΝΔΠ για να τα μειώσει κι να τα κάνει να αισθανθούν χειρότερα για τα εαυτά τους, ξέροντας ότι έχουν μια ισχυρή επιθυμία να θεωρούνται υπέροχα και αξιαγάπητα.

Αυτό είναι πολύ εύκολο να το εκμεταλλευτείς.

2a. Αλλά ανέφερες επίσης κατάθλιψη και άγχος;

Ναι. Όπως μπορείς να φανταστείς η υπέρ επικέντρωση στην επιτυχία και την αυτοεικόνα μπορεί να γίνει καταστροφική όταν αντιμετωπίζουμε αποτυχία, κριτική και στίγμα (για άλλη μια φορά, ακόμη ένας λόγος που πρέπει να ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ να το κάνουμε αυτό).

Η ΝΔΠ συνοδεύεται πολύ συχνά διαγνωστικά με κατάθλιψη, άγχος, ΔΔ, διατροφικές διαταραχές, αυτοκτονία και αυτοτραυματισμό. Και πάλι, μια αυξημένη αίσθηση σημασίας του εαυτού δεν σημαίνει απαραίτητα υπεροψία. Σημαίνει ευαισθησία στα ελαττώματα, στην κριτική και στην πληγωτική ρητορική, και οδηγεί, επίσης, στην εσωτερίκευση αυτών των βιωμάτων.

3. Μια σημαντική παρατήρηση είναι ότι πολλά άτομα με ΝΔΠ έχουν μια τάση να είναι πολύ αγαπητικά και να προσφέρουν επιβεβαίωση στα άτομα που θεωρούν κοντινά τους.

Μια θετική πλευρά της ΝΔΠ είναι ότι πολλά άτομα με αυτή την διαταραχή είναι πολύ γενναιόδωρα με την στοργή και την επιβεβαίωση αν τους επικοινωνήσεις ξεκάθαρα από την αρχή ότι τα χρειάζεσαι.

Δεν είναι κάτι που ξέρω επιστημονικά, αλλά από την προσωπική μου εμπειρία με μαύρα και καφέ άτομα με ΝΔΠ (POC) έχω παρατηρήσει ότι υπάρχει μια έντονη επιθυμία να ανυψώσουν τα μέλη παρόμοιων δημογραφικών ομάδων και να κάνουν τις κοινότητές τους πιο δυνατές και πιο ασφαλής. Υπάρχει η  λογική «θα διασφαλίσω ότι η κοινότητά μου θα επιτύχει, και αυτό θα το πετύχουμε με τον τάδε τρόπο». Υπάρχει μια έντονη κινητήριος δύναμη για επιτυχία βάση των προσωπικών προτερημάτων που οδηγεί σε πολλές επιτυχίες προσωπικές και κοινοτικές. Και πάλι, αυτή δημιουργεί προβλήματα αν η επιτυχία δεν έρθει (βλ. 2α).

4. Οι διαφορές στην επικοινωνία και την κοσμοαντίληψη.

Ένας πολύ σημαντικός λόγος για τον οποίο πρέπει να σταματήσει το στίγμα γύρω από την ΝΔΠ είναι επειδή αυτό το στίγμα που υποστηρίζει ότι όλα τα άτομα με ΝΔΠ θα είναι κακοποιητικά οφείλεται στο ότι η ΝΔΠ είναι μια νευροδιαφορετικότητα που επηρεάζει το πώς τα άτομα επικοινωνούν και κατανοούν τον κόσμο. Σας ακούγεται μήπως γνωστό αυτό, αυτιστικά φίλα;

Όταν λένε ότι είμαστε κρύα, κακιασμένα, ανίκανα για αγάπη και γενικά ένα βάρος μόνο και μόνο επειδή είμαστε αυτιστικά, αν και απλώς πλοηγούμαστε διαφορετικά στον κόσμο, το ίδιο κάνουμε όταν φτύνουμε μίσος για τις διαταραχές τύπου ΙΙ.

Δεν θα μπω στην διαδικασία να συγκρίνω καταπιέσεις, αλλά στην περίπτωση της ΝΔΠ είναι λίγο χειρότερο, καθώς πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται δεξιά και αριστερά ότι άτομα όπως τα φίλα μου είναι κακά και κακοποιητικά λόγω του πως αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Πολλοί λίγοι άνθρωποι θα πουν «να προσέχετε τα αυτιστικά άτομα, είναι κακά και επικίνδυνα!», αλλά όλα σχεδόν λέμε «να προσέχετε τα ναρκισσιστικά άτομα, είναι επικίνδυνα και κακά επειδή δεν βλέπουν τα πράγματα όπως εμείς!».

Ας επανέλθω πριν χάσω την ψυχραιμία μου…

5. Άρα λες ότι τα άτομα με ΝΔΠ δεν μπορεί να είναι κακοποιητικά.

Όχι. Δεν είπα αυτό. Οποιοδήποτε άτομο μπορεί να είναι κακοποιητικό. Όμως, το να έχεις κάποιο είδος νευροδιαφορετικότητας δεν σε κάνει αυτόματα κακοποιητικό ή πιο πιθανό να γίνεις.

6. Τελικά;

Το να έχεις μια νευροδιαφορετικότητα δεν σε κάνει εγγενώς κακοποιητικό. Στην πραγματικότητα το να έχεις μια διαταραχή τύπου ΙΙ σε καθιστά πιο επιρρεπή στο να κακοποιηθείς. Τα άτομα με ΝΔΠ έχουν πολύ υψηλά ποσοστά κατάθλιψης, άγχους, διατροφικών διαταραχών, αυτοτραυματισμού κτλ.

Τα άτομα με ΝΔΠ έχουν έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουν και να πλοηγούν τον κόσμο από ότι άλλα άτομα και αυτό θα έπρεπε να είναι σεβαστό. Θα έπρεπε να τους συμπεριφερόμαστε με αγάπη και σεβασμό όπως και εμείς το ίδιο θέλουμε. Τα άτομα με ΝΔΠ επίσης έχουν την τάση να δουλεύουν σκληρά, είναι αγαπητικά άτομα που χρειάζονται ξεκάθαρα και ευθεία επικοινωνία, και το να τα κατηγοριοποιούμε ως κακοποιητικά ή να θεωρούμε αυτόματα ότι κάποιο κακοποιητικό ή κακό άτομο είναι ναρκισσιστικό είναι ρατσισμός απέναντι στα ανάπηρα άτομα (ableist).

The metaphysics of privilege

κόνσεπτ: κάθε 3 μήνες έρχονται στην ελλάδα ευρωπαίες κουίρ αναρχικές ιέρειες του Βερολίνου με χρηματοδότηση από το υπουργείο προπαγάνδας της γερμανίας να μας εξομολογήσουν, εμάς τις εγχώριες. Αφού μας κατηχήσουν σχετικά με το τι να λέμε και τι όχι σε περίπτωση που μας ακούνε μπάτσοι, τους εξομολογούμαι ότι έπαιρνα βοήθεια από το κράτος τους τελευταίους μήνες, με την μορφή επιδόματος ανεργείας. Η ιέρεια κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι της, μου δίνει για μετάνοια να πω 20 φορές το no gods no masters και φεύγει.

Δημιούργησε τον δικό σου Ιστότοπο, δωρεάν στο WordPress.com.Δημιούργησε τον δικό σου Ιστότοπο.
Ξεκίνα δωρεάν