#Cancelling_Judith

Το καινούργιο βιβλίο της Judith Butler, The force of non violence, παρουσιάζει την οπτική της διάσημης ακαδημαϊκού πάνω στην βία (violence), η οποία για ακόμη μια φορά διαφεύγει ορισμού, αλλά συνδέεται μέσω των παραδειγμάτων της συγγραφέως, ιστορικά αλλά και σήμερα, τόσο με ό, τι ονομάζουμε συστημική βία, όσο και με όρους που έχουν εισάγει τα κινήματα για τις δικές τους πρακτικές, όπως αυτοάμυνα και αντιβία.

Σε αυτό το ευκολοδιάβαστο τελευταίο της έργο η Butler βγαίνει από τα ακαδημαϊκά της νερά και ασχολείται με ένα πεδίο θεωρητικό που της είναι σίγουρα πολύ πιο άγνωστο από εκείνο του φύλου, της επιτελεστικότητας και της σεξουαλικότητας στο οποίο έχει συνεισφέρει τόσο πολύ. Έτσι ξεδιπλώνονται σε πιο αδρές γραμμές οι πολιτικές της τοποθετήσεις, πάντα μέσα από αυτήν την φλυαρία στην οποία μας έχει συνηθίσει και η οποία τυχαία ή μη αποκρύπτει την ασάφεια του κεντρικού θεωρητικού – φιλοσοφικού επιχειρήματός της.

Βασιζόμενη σε εκφράσεις όπως “what do we owe?”, “ethical obligations”, “non violent relationship”και το κορυφαίο “when we strike at one another, we strike at that very bond”, η ρετροσπεκτίβα του λειτουργισμού, curated by J. B., ξεδιπλώνεται επιμένοντας στην ηθική σημασία διατήρησης του κοινωνικού δεσμού, αγνοώντας τις σχέσεις εξουσίας και ισοπεδώνοντας ιστορίες κινημάτων και ένοπλων αγώνων υπογραμμίζοντας ότι οι μόνες κοινωνικές σχέσεις που χτίζονται μεσω της βίας είναι ο εθνικισμός και ο ρατσισμός.

Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι όταν μιλά για πράξεις που «επιτίθενται» και «διασπούν τον κοινωνικό δεσμό», μιλά ακόμη και για τις πράξεις αυτοάμυνας, ένα αυτονόητο κεκτημένο ακόμη και για τις δευτεροκυματικές νομικόπληκτες φεμινίστριες. Μάλιστα σε συνέντευξή της στο κατακάθι New Yorker εκφράζει την λύπη της που δεν έχει αρκετό τσαγανό σαν φιλόσοφος για να καταδικάσει την βία τελειωτικά, αφού σημειώνει, καθώς ο Ν. Υ. τσινάει, ότι νταξ μην το παρακάνουμε άμα είναι να μας σκοτώσουν επιτρέπεται η βία, omg thank you mistress J.

Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν ξεκινά κανείς να αποδομήσει την Butler, όπως και όποιο άλλο υποκείμενο έχει αντίστοιχο ακαδημαϊκό βεληνεκές, που δεν είναι άλλο από την «φτιασιδωμένη» φλυαρία. Είναι έτσι πολύ εύκολο η μετριοπαθής ή συντηρητική πολιτική θέση να κρυφτεί πίσω από μια διόλου δημιουργική ασάφεια, και το κέντρο βάρους της συζήτησης και της κριτικής να μετατοπιστεί από το κεντρικό πολιτικό και θεωρητικό επιχείρημα στις υποσημειώσεις. Έτσι, και σε αυτήν την περίπτωση η Butler πηγαινοέρχεται ανάμεσα, από τη μία, σε ένα κοινωνιολογικό πλαίσιο κατανόησης βάση της Κυριαρχίας, μέσα στο οποίο κάποιες ζωές έχουν περισσότερη αξία από άλλες, ενώ ο ατομικισμός προπαγανδίζει την ηθικιστική κατανόηση της σχέσης που μας συνδέει ως εξωτερική και βασιζόμενη σε ρυθμιστικούς κανόνες, ένα πλαίσιο που την οδηγεί να ζητήσει μια «ριζοσπαστική ισότητα» (radical equality) ως νέο όραμα, και, από την άλλη, στην επιμονή της, η οποία δεν τεκμηριώνεται πουθενά θεωρητικά, να διαμεσολαβηθεί όλο αυτό το σχήμα από την καταδίκη της βίας.

Το θεωρητικό και κυρίως πολιτικό πρόβλημα είναι ότι τσουβαλιάζει ως Βία όλες τις μορφές, πρακτικές, συμπεριφορές, δομές, κρατικές πολιτικές κτλ, σημειώνοντας μάλιστα ότι οι αιτίες της βίας είναι «ο θυμός, η επιθετικότητα και οι φονικές επιθυμίες», λες και είμαστε Κυριακή πρωί στο κατηχητικό. Δεν διαφωνώ με την προτροπή της για περισσότερη ισότητα, ούτε με την επισήμανσή της ότι οι σχέσεις μας δεν πρέπει να κατανοούνται στη βάση του τι πρέπει να κάνουμε αλλά το ποια είμαστε μέσα από και σε αυτές, απλώς η βία δεν έχει πολιτικά, θεωρητικά, και λογικά, αιτία ύπαρξης μέσα στο επιχείρημα, παρά μόνο αν σταματήσουμε να αναλύουμε το επιχείρημα αυτό καθεαυτό και στραφούμε στην ανάλυση της πολιτικής στάσης της Butler.

Η ίδια δίνει αρκετή τροφή αναλύοντας κομμάτια της πολιτικής επικαιρότητας. Προσωπικά βλέπω μια σταυροφορία αποπολιτικοποίησης εκ μέρους της, όταν ονομάζει τον νεοφασισμό του Trump «η μεταδοτική αίσθηση της απρόσκοπτης ικανοποίησης του σαδισμού», και τις δολοφονίες μαύρων ως αποτέλεσμα του συστημικού ρατσισμού των ΗΠΑ «πολιτικά επακόλουθα μιας φυλετικής φαντασμαγορίας». Το κερασάκι στην τούρτα είναι βέβαια η δήλωσή της ότι το να παίζουμε ξύλο με τους φασίστες που μας προκαλούνε “is affirming destruction”.

Στην βιασύνη της να ισοπεδώσει την αυτοάμυνα ξέχασε να ρωτήσει ερωτήσεις που η ίδια βοήθησε να εξαπλωθούν και να καθιερωθούν τόσο σε ακαδημαϊκό όσο και σε κινηματικό πλαίσιο, όπως «ποιος είναι ο εαυτός που αυτοαμύνεται;»

Εξάλλου, ενώ εξαίρει την μη βία σύγχρονων φεμινιστικών και άλλων κινημάτων όπως το Black Lives Matter, και ιστορικών μορφών όπως του M. L. King, δεν φαίνεται να διαθέτει ή να ενδιαφέρεται για μια σφαιρικότερη κατανόηση των θέσεών τους, οι οποίες δεν προέβαλαν την πρακτική της μη βίας με τέτοιο τρόπο ώστε να αναγνωρίζει τις κανονιστικές προσδοκίες που απορρέουν από την προηγούμενη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά ως τμήμα μιας συνολικής αμφισβήτησης του υπάρχοντος συστήματος. Αντίθετα, η διάσημη Judith επαναλαμβάνει ονόματα και ιστορίες προκειμένου να ξορκίσει τον φόβο της για την ανατροπή, φόβος κοινός σήμερα σε πολλά αυτοαποκαλούμενα αριστερά και προοδευτικά υποκείμενα «μετριοπαθών», δηλαδή άκρως επικίνδυνων και αντιδραστικών πολιτικών, σε αντιστοιχία με την πρώτο φόβο των αστών για τις επικίνδυνες τάξεις.

Judith is cancelled, διαβάστε Teen Vogue.

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε