How I stopped worrying and learnt to love therapy

Ακόμη και πριν πολιτικοποιηθώ στον αναρχικό και φεμινιστικό χώρο με θεωρούσα ανοιχτόμυαλη και ικανή να διαμορφώσω άποψη για τα περισσότερα θέματα χωρίς να παρασυρθώ από τα κυρίαρχα στερεότυπα. Έτσι από μικρή αντιλαμβανόμουν τον φόβο της κοινωνίας γύρω από οτιδήποτε ψυ και την άρνηση πολλών να αποταθούν σε ψυχοθεραπευτές και ψυχιάτρους ακόμη και όταν ήταν εμφανές και στους ίδιους ότι χρειάζονταν την βοήθεια επαγγελματιών και τους λοιδορούσα. Ταυτόχρονα δεν είχα τον ίδιο φόβο, και μάλιστα παρά την αντίσταση της μητέρας μου στα 18 μετά από απόπειρα αυτοκτονίας ζήτησα ραντεβού με ψυχίατρο. Αργότερα ξεκίνησα φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία, δικές μου επιλογές που ακολουθώ μέχρι σήμερα. Ήμουν, λοιπόν, για να μην μακρηγορώ, ικανοποιημένη με την εαυτή μου, καθώς μπορούσα να αποδείξω πάνω στις επιλογές μου ότι δεν είχα στίγμα απέναντι στην ψυχική υγεία.

Αμ δε.

Όταν πρόσφατα άρχισα να σκέφτομαι όλο και πιο σοβαρά το ενδεχόμενο να γίνω ψυχοθεραπεύτρια μπερδεύτηκα. Ένιωθα μέσα μου μια αντίσταση στην ιδέα της ψυχολογίας, παρόλο που ήμουνα πολύ ευχαριστημένη από τα απτά αποτελέσματα που είχα από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία, και μάλιστα την σύστηνα ανεπιφύλακτα και σε άλλα άτομα.

Πιστεύω ότι ξαφνιάστηκα περισσότερο γιατί θεωρούσα ότι το στίγμα εκδηλωνόταν μέσω του φόβου και της αποφυγής, ενώ δεν υπήρχαν τέτοια δείγματα στην προσωπική μου πορεία, αφού μάλιστα ενημερωνόμουν και συνέδραμα στην κατακρήμνιση στερεοτύπων. Η Κυριαρχία όμως είχε επέμβει στην διαπαιδαγώγηση μου πολύ νωρίτερα, κυρίως μέσω της ποπ κουλτούρας.

Η κυρίαρχη απεικόνιση της ψυχολογίας και όλων των συναφών ψυ στην ποπ κουλτούρα, σε ταινίες και σειρές είναι βέβαια μια καρικατούρα την οποία τις περισσότερες φορές κοροϊδεύουν οι ορθολογιστές υπόλοιποι χαρακτήρες, αλλά αργά ή γρήγορα την σέβονται για τις σχεδόν μαγικές ιδιότητές της. Ο λόγος που εκφέρει η ψυχολογία στην ποπ κουλτούρα συνίσταται σε μια παραβιαστική και εξουσιαστική Γνώση που προσπαθεί με σοφιστείες να παγιδεύσει το υποκείμενο και να το αναγκάσει να μιλήσει για καταστάσεις ή να αποδεχτεί πραγματικότητες τις οποίες εκείνη εκ των προτέρων γνωρίζει καλύτερα από το ίδιο το υποκείμενο. Πρόκειται για μια απεικόνιση που παράγει υλικά αποτελέσματα στην καθημερινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές διαπροσωπικές διενέξεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τοξικές σχέσεις τα παθητικοεπιθετικά κατηγορώ παίρνουν συχνά την μορφή αναλύσεων για τα προβλήματα του άλλου, με χρήση όρων εκλαϊκευμένης ψυχολογίας. Επίσης, συχνή είναι η ψυχιατρικοποίηση συμπεριφορών ή και κοινωνικών φαινομένων με τον ίδιο μηχανισμό.

Τα επιμέρους τεχνάσματα που χρησιμοποιεί εν είδη επιχειρημάτων αυτή η κακώς νοούμενη ψυχολογία είναι εύκολο να αποδομηθούν. Έτσι, αφού δεν στέκουν μπροστά σε καμιά ορθολογική εξέταση, καταρρέοντας συμπαρασύρουν την υπόληψη της Ψυχολογίας, της Ψυχιατρικής, της Ψυχοθεραπείας, οδηγώντας σε μια γενίκευση που στο κοινό μεταφράζεται ως «σιγά μην πάω εκεί να μου που ότι και καλά ξέρουν τι σκέφτομαι ενώ παπάρια ξέρουν».

Και πολύ σωστά. Το πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς, έγκειται στο ότι η γένεση της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, όπως και όλες οι επιστήμες στην νεωτερική τους έκφανση, ήταν μια προσπάθεια χειρισμού και διόρθωσης του ανθρώπινου. Βρισκόμενοι εντός του αφηγήματος της νεωτερικότητας περί προόδου και ορθολογισμού, οι πρωτεργάτες της ψυχιατρικής και των λοιπών ψυ παρατηρούν με τρόμο παρεκκλίσεις από τον πρότυπο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ιδανικός λευκό άνδρας. Έτσι γίνεται ένα βήμα στην ιστορία της επιστήμης, καθώς διαρρηγνύεται το απόλυτο τοίχος της αισιοδοξίας κα της τελειότητας του ορθολογισμού, κυρίως με το έργο του Φρόιντ.  Από την άλλη, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση, αλλά και όσο περνούν οι τάσεις και οι σχολές – και μιλάμε εδώ για ένα γενικότερο ρεύμα και όχι για συγκεκριμένες προσωπικότητες ή κατευθύνσεις – ο στόχος είναι η κατανόηση των παρεκκλίσεων αυτών, ιδιαιτέρως του που οφείλονται, και η αναπροσαρμογή τους στο πρότυπο του ορθού λόγου.

Οι ρίζες των επιστημών αυτών, επομένως, είναι και οι ίδιες υπεύθυνες για ένα σωρό στίγματα και πόνο, στηρίζονται στην πατριαρχία και την αποικιοκρατία, είναι προς κριτική και κατάκριση. Σήμερα, όμως, αυτή η παράδοση – ή όση μείνει μετά το ξεσκαρτάρισμα – συνδυάζεται με λογικές μη κατευθυντικές, με τον φεμινισμό, με παραδόσεις πολιτικές ενάντια στην εξουσία και προσφέρει ένα εργαλείο προκειμένου να γίνουμε εμείς τα ίδια υπεύθυνα για την κατάσταση της ψυχικής μας υγείας.

Για εμένα το εργαλείο της ψυχοθεραπείας είναι χρήσιμο έτσι ώστε να μπορέσουμε να γίνουμε οι γονείς των εαυτών μας όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως γενιά και ως κοινωνία. Να ξεμάθουμε τα τοξικά μαθήματα και να ξαναμάθουμε την ανθρωπινότητα.

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε