Υπάρχει μια συνομοσιωλογικής φύσεως θεωρία για τους μεγάλους ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες κτλ, ότι γίνονται πιο συντηρητικοί όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνουν, γίνονται πιο διάσημοι, πιο πλούσιοι. Η Butler σίγουρα δεν μπορεί να ενταχθεί σε αυτήν την κατηγορία. Διαβάζοντας προγενέστερες αναλύσεις της, και συγκεκριμένα τον σχολιασμό του προλόγου του Sartre στον Fanon («Της γης οι κολασμένοι»), γίνεται εμφανές ότι αποστρέφεται την βία, ειδικά σε όποια μορφή της αξιώνει ριζοσπαστικότητα.
Το ζήτημα, φυσικά, της βίας – και σημειώνω ότι από εδώ και πέρα εννοώ πάντα την δική μας βία, των κινημάτων, την αντιβία και την αυτοάμυνα – είναι περίπλοκο και πολύ πιο σημαντικό από την ανάλυση των μισόλογων της Butler.
Χρειάζεται να αναλύσουμε με τα δικά μας εργαλεία, τα φεμινιστικά, την βία, και όχι να φάμε όπως η Judith αμάσητη την προπαγάνδα – η οποία φυσικά παράγει κοινωνικά αποτελέσματα, οπότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος – ότι η βία συνδέεται οργανικά με την τοξική αρρενωπότητα.
Ο κοινωνικός θάνατος δεν είναι ένα παράδοξο που έχει να αντιμετωπίσει μόνο, όπως καταλήγει μέσω λογικού άλματος η Butler, κριτικάροντας εύστοχα τον μισογυνισμό του Fanon, η αρρενωπότητα, είναι ένα παράδοξο που έχει να αντιμετωπίσει η εμπρόθετη δράση, και κάθε υποκείμενο, ανεξαρτήτως των κολλημάτων της κάθε Judith περί τακτοποιημένων συμβολικών συστημάτων διπόλων, θα χρειαστεί να το αντιμετωπίσει προκειμένου να ενεργήσει πολιτικά.
Η συζήτηση των θεωρητικών που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της βίας πιο συστηματικά σταματά σε κάθε αρχή και τέλος της στο πρόβλημα του ορισμού της κεντρικής έννοιας, ακολουθώντας μια παράδοση σκέψης που μόλις και ισορροπεί μεταξύ της φιλοσοφίας και της εισαγωγής έκθεσης πανελλαδικών. Αναλόγως με την θεωρητική σχολή και την πολιτική θέση του εκάστοτε θεωρητικού, η βία αναλύεται σε κάποια από τις εκφάνσεις της, και σπανίως γίνεται απόπειρα να αναλυθεί οντολογικά, καθώς μια τέτοια προσέγγιση πάντα ενέχει και τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας.
Η Arendt, για παράδειγμα, η μόνη σοβαρή φιλελεύθερη κοινωνική στοχάστρια, σημειώνει ότι η βία είναι περισσότερο ένα όπλο μεταρρύθμισης παρά επανάστασης. Η ίδια βέβαια είναι αρνητική τόσο στην ιδέα της βίας, όσο και της επανάστασης. Ο Fanon, από την άλλη, υπέρμαχος της δημιουργικής και ανατρεπτικής ποιότητας της βίας σημειώνει, σαν ψυχίατρος, τις καταστροφικές συνέπειες που αυτή είχε σε υποκείμενα που την άσκησαν: αποπροσωποποίηση και διαταραχές άγχους εκδηλώνονται ως αγκάθια στα πλευρά της θεωρίας του περί αναζωογονητικής βίας.
Δεν έχω αξίωση να απαντήσω στα ερωτήματα της βίας, ωστόσο θεωρώ απαραίτητο ως κινήματα να βρούμε ποια είναι για μας τα ερωτήματα αυτά, να τα θέσουμε και να επανερχόμαστε διαρκώς, προκειμένου να αυτοαξιολογούμε την πολιτική μας πορεία – εάν φυσικά μας ενδιαφέρει κάτι παραπάνω από την απλή εκπαίδευση νέων μελών, λες και είμαστε στελέχη της αριστεράς του ’80.
Η επίπονη αυτή δουλειά ξεκίνησε και δεν κατέληξε ποτέ σε μια συνέλευση που συμμετείχα πρόσφατα μέσω περιπτωσιολογίας. Καθώς ξεδιπλώνονταν περιπτώσεις επί περιπτώσεων, αντικρουόμενα κίνητρα και μη συμβιβαζόμενες θέσεις με έπιασε απελπισία.
Αργότερα, διαβάζοντας το κάλεσμα της Butler για λιγότερη βία και την πρότασή της να χρησιμοποιούμε την κοινωνική ισότητα ως πλαίσιο δράσης μας προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο αυτό, τα ερωτήματα μου βρήκαν την θέση τους.
Είναι ξεκάθαρο ότι η κοινωνική ισότητα δεν μπορεί να είναι το πλαίσιο δράσης, διότι είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο. Αυτό σε φιλοσοφικούς όρους φαντασιακής κατασκευής μιας μελλοντικότητας σημαίνει το άφατο. Άρα, θα επιστρέφουμε στην επίπονη περιπτωσιολογία επίμονα, αρχειοθετώντας αιώνια υποπεριπτώσεις και ερωτήματα προκειμένου η κάθε μία από εμάς να σκιαγραφήσει αχνά τα δικά της διαρκώς μεταβαλλόμενα όρια, αφού ούτε εμείς, ούτε η βίας, ούτε η πολιτικές μας μπορούμε να βγούμε έξω από το υπάρχον.
Θέλω να πιστεύω ότι στους φεμινισμούς που εγώ χωράω είναι αυτονόητο κεκτημένο η αυτοάμυνα και η αντιβία, όπως και η απόρριψη όποιας βίας ενέχει, στην πράξη της ή στην ιστορική της καταγωγή, αναπαραγωγή πατριαρχίας και ρατσισμού. Στους φεμινισμούς μου χωράνε όλα όσα ψάχνουν πιο συμπεριληπτικούς τρόπους αγώνα, όλα όσα χρειάζονται διαλλείματα και δεν μπορούν να σηκώσουν άλλη βία, όλα όσα ανησυχούν για το πόση από την δημιουργική και συσχετιστική μας ποιότητα θα κάψει η βία μας στο πέρασμά της κραδαίνοντας παράλληλα την φωτιά αυτή προκειμένου να επιβιώσουν.