Το Πάσχα του 2017 είχα πάει στη Φρανκφούρτη μαζί με άλλα σύντροφα από φεμινιστικές και κινηματικές ομάδες της Ελλάδας, να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον φεμινισμό της Φρανκφούρτης με την ευγενική χορηγία του Υπουργείου Προπαγάνδας και Σύσφιξης Σχέσεων με τις Αποικίες της Γερμανίας.
Το ταξίδι είχε πολύ πλάκα, ήταν ένα όμορφο self care, διακοπές, ουσιαστικά, για μας τα μικρά φτωχά νότια. Η πόλη ήταν όμορφη, οι γερμανίδες λεσβίες γλυκές και φροντιστικές μανάνες* μας ξενάγησαν σε όλα τα αξιοθέατα, μας τάισαν σε όλα τα έθνικ μαγαζιά, μας μίλησαν για τις καλοπληρωμένες δουλειές τους, μας σύστησαν στις ημιθεσμικές φίλες τους.
Προσωπικό μου χάιλαιτ ήταν κάθε πρωί που μπαίνοντας στο μετρό αγόραζα με ένα ευρώ ένα τεράστιο μπολ με φρέσκιες φράουλες και ανανά, όπως και μια φορά που πέτυχα μια υπαίθρια αγορά με τοπικά προϊόντα και παραλίγο να πάθω αποπληξία. Οι Γερμανίδες μου οι γλυκούλες απορούσαν, ευγενικά και διακριτικά, γιατί μου φαινόταν τόσο τέλειο να πετύχω λαϊκή αγορά γερμανική, ενώ δεν είχα δείξει τον ίδιο ενθουσιασμό για το φαλαφελάδικο. Τι να εξηγώ τώρα, το καθένα με τις εξωτικοποιήσεις του.
Το κέντρο αναφοράς του ταξιδιού ήταν το Klapperfeld, η τελευταία «κατάληψη» της πόλης. Αν και στην πραγματικότητα, δηλαδή αναφορικά με το νομικό καθεστώς, δεν πρόκειται για κατάληψη, λειτουργεί ακριβώς ως κινηματικό στέκι. Θα μεταφράσω εν συντομία μία εισαγωγική παράγραφο από το σαιτ τους, με τον εύλογο τίτλο «Ιστορίες που μπορούν και δεν μπορούν να ειπωθούν», καθώς αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα που με απασχολεί και μένα:
“Τον Αύγουστο του 2008 η πρωτοβουλία «Faites votre jeu!» προχώρησε στην κατάληψη ενός παλιού youth centre και ξεκίνησε την λειτουργία ενός αυτοοργανωμένου μη εμπορικού κέντρου. Μετά από λίγους μήνες, στις αρχές του 2009 οι αρχές της Φρανκφούρτης απείλησαν την κατάληψη με έξωση και, καθώς η πρωτοβουλία δεν ενέδωσε στις κρατικές απειλές, ξεκίνησαν μια νομική διαδικασία εναντίων των μελών της πρωτοβουλίες. Παρενθετικά, ίσως χρειάζεται να θυμίσουμε ότι στην Γερμανία, αν και πλέον παρόμοιες καταστάσεις ισχύουν σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, το κράτος είχε ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας πολύ αυστηρή στάση απέναντι στα κινήματα, ιδιαίτερα αυτό των καταλήψεων. Ουσιαστικά η κατάληψη για την οποία συζητάμε εδώ, επομένως, ήταν το τελευταίο ανάθημα, με ισχυρή συμβολική αξία αλλά μηδαμινές πιθανότητες επιβίωσης, ιδιαίτερα χωρίς ισχυρό κίνημα να το στηρίξει. Έτσι η πρωτοβουλία κατέληξε σε έναν συμβιβασμό με τις αρχές και μεταστεγάστηκε στο κτήριο Klapperfeldstrasse No 5. Το κτήριο αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση καθώς από το 1886 όταν χτίστηκε αποτελούσε φυλακή. Η χρήση του ως κρατητήριο εξακολούθησε την περίοδο του ναζισμού, ενώ ακόμη και μέχρι το 2003 το κτήριο ήταν «κέντρο φιλοξενίας» μεταναστριών προς απέλαση.”
Η βαριά ιστορία του κτηρίου έγινε όπως ήταν αναμενόμενο αντικείμενο σοβαρής συζήτησης και ενστάσεων. Πώς θα μπορούσε ένα εργαλείο της κυριαρχίας να στεγάσει την απελευθέρωση; Πώς θα γίνονταν συνελεύσεις, παρουσιάσεις, πάρτι σε έναν χώρο όπου δεν υπάρχει απλώς η μνήμη και η ιστορία κάποιων βασανισμένων και νεκρών, αλλά οι σχέσεις αυτές έχουν διαποτίσει τα άψυχα ντουβάρια και έχουν αντικαταστήσει τα θεμέλια – χωρίς καμία μεταφυσική διάθεση.
Η απάντηση της πρωτοβουλίας ήταν η σύσταση μιας ιστορικής ομάδας, η οποία επίσης λειτουργεί εκτός θεσμικού πλαισίου και ερευνά τόσο τα αρχεία, ανασυνθέτοντας την ιστορία ενός αιώνα – και πλέον – βασανισμού, εγκλεισμού και θανάτου, αλλά ψηλαφεί και το τραύμα της μετά μνήμης παίρνοντας συνεντεύξεις από επιζώντες
Στο κτήριο αυτό έζησα την πιο έντονη, μοναδικής ποιότητας collective effervescence, κατά Durkheim.
Ήταν μία από αυτές τις καλά οργανωμένες από τις γερμανίδες μέρες, γεμάτες συζητήσεις και συναντήσεις, η οποία θα έκλεινε με ένα πάρτι με ’80ς μουσική προς τιμήν μας. Δεν θυμάμαι αν η σειρά που έγιναν τα πράγματα ήταν τυχαία, επειδή εμείς από Ελλάδα είχαμε αργήσει για πολλοστή φορά, ή αν ήταν έτσι υπολογισμένο λόγω πολιτικής στάσης, αλλά κυριολεκτικά ακριβώς πριν αρχίσει το πάρτι δύο μέλη της ιστορικής ομάδας μας έκαναν ξενάγηση στο κτήριο. Κατεβήκαμε στα υπόγεια, τα οποία δεν χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση, και μπήκαμε μέσα στα κελιά, τα οποία έμοιαζαν να έχουν τοίχους κατασκευασμένους από σκαριφήματα, αφιερώσεις και υπογραφές χρόνο πάνω στο χρόνο, από τους αντιναζιστές συντρόφους, αραβικά από το 2002-2003, γραμμές που μετρούν μέρες.
Όσο προχώραγα σε αυτούς τους χώρους με την υποβλητική υγρασία, τόσο περισσότερο αμφέβαλα για την αντίστιξη υποκειμένου αντικειμένου, ενώ είχα ήδη πετάξει στα σκουπίδια την οντολογία του βάθους, καθώς το υλικό και το άυλο έμοιαζαν να ανταλλάσουν θέσεις και νοήματα, να συμπτύσσονται και να επαναδιαπραγματεύονται τις διαλεκτικές τους υπάρξεις.
Μετά το σοκ της ιστορικής αυτής εμπειρίας είχαμε το πάρτι. Ποιο πάρτι που εκείνη την ώρα ήμασταν κουρέλια. Παρόλα αυτά, με ένα αίσθημα ενοχής, το ξεπεράσαμε – γιατί όχι άλλωστε, όσο κοντά και να βρεθήκαμε σε αυτά τα βασανισμένα σώματα, στην τελική ανεβήκαμε στον πάνω όροφο και βάλαμε μουσική, τα αφήσαμε πίσω μας, ότι και να βιώσαμε δεν ήταν στο δικό μας σώμα, ας κάνουμε τώρα το πάρτι.
Καμία σχέση.
Αν υπάρχει κάπου η κατά Tilley «πυκνότητα της ανθρώπινης εμπειρίας», τότε ήταν σε αυτό το κούιρ πάρτι μέσα στη φυλακή, όπου ο χώρος, ο τόπος και ο χρόνος επενδύονταν με νοήματα και μνήμες, βιώνονταν και αενάως επανα-οικειοποιούνταν μέσα από ενσώματες κοινωνικές πρακτικές, δηλαδή παράφωνο τραγούδι και χορό από αγκαλιασμένα λοξά σώματα.
Ενώ το πάρτι υποτίθεται ότι θα τελείωνε κάποια συγκεκριμένα ώρα, ίσως 3, δεν θυμάμαι, με βάση αυτά τα γερμανικά οργανωτικά που κοροϊδεύαμε, ο χορός συνέχισε μέχρι το πρωί. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα οι δύο υπεύθυνες γερμανίδες μανάνες ρώταγαν η μία την άλλη τι ώρα είναι, διότι ήταν δικιά τους ευθύνη να κλείσουν το πάρτι, αλλά πεισματικά επί 3 ώρες σχεδόν η ώρα παρέμενε 3 παρά τέταρτο. Εγώ είχα κουραστεί, σωματικά και συναισθηματικά, και καθώς δεν με διασκεδάζει ιδιαίτερα η συγκεκριμένη μουσική που έπαιζε, ούτε ο χορός, αποφάσισα να αράξω στο μπαρ, το οποίο βέβαια μέχρι εκείνη την ώρα είχε στεγνώσει οπότε δεν ήταν ότι βοηθούσα κιόλας.
Και τότε συνέβη. Μία από τις μανάνες ήρθε να με ρωτήσει αν είμαι καλά, και γιατί κάθομαι μόνη μου ενώ τα άλλα χορεύουν. Της απάντησα κάτι ασυνάρτητο, καθώς η πραγματικότητά μου ήταν άφατη. Το total eclipse of the heart κατευθυνόταν ως δέηση στην ψηλοτάβανη αίθουσα και τότε ένιωσα την ιστορική δικαίωση των νεκρών να κατεβαίνει, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, να συναντιέται στο όριο της ζωής και του θανάτου η χαρά των λοξών υπάρξεων με το παρελθόν της καταπίεσης. Και συγκινήθηκα καθώς ένιωσα τον Μπένγιαμιν να χαμογελά.
Μόνο εμείς θα μπορούσαμε, και οφείλαμε, να κάνουμε πάρτι στην παλιά φυλακή, κατακτώντας κυριολεκτικά ένα από τα φρούρια των αιώνων Κυριαχίας.
Ακόμη και αν οι άγγελοι της ιστορίας δεν κοίταγαν από τα παλιά παράθυρα, η ενδυνάμωση που πήρα μέσα από την βαθιά και βαριά συνειδητότητα ότι η ύπαρξή μου ήταν όχι απλά σχεσιακή στο παρόν, αλλά στο παρελθόν και στο ιστορικό μέλλον, ήταν αρκετή.
Είναι σπάνιες αυτές οι μεταφυσικές σχεδόν εμπειρίες κατά τις οποίες ένα υποκείμενο συναισθητικά βιώνει την κοινότητα. Η καθημερινότητα μπορεί να φθείρει και να απομακρύνει με την τοξικότητά της αυτό το βίωμα, αλλά ακριβώς έτσι αναδύεται, μάλλον, η ανάγκη αυτό να επικοινωνηθεί και να κατατεθεί στην συζήτηση που αναζητά λοξούς τρόπους επανοικειοποίησης, αντίστασης στην Κυριαρχία, φροντίδας και φεμινισμού.
μανάνα (η): σύμπτυξη των «κυρία» και «μαμά», περιγράφει ένα αρχέτυπο φροντιστικού ρόλου που όμως παράλληλα διατηρεί τον κοινωνικό καθωσπρεπισμό.