Φεμινισμοί των προνομίων

Έχω παρατηρήσει με ανάμεικτα συναισθήματα τον τελευταίο καιρό να γίνεται όλο και πιο δημοφιλής ο όρος «φεμινισμοί», ο οποίος υπογραμμίζει την πολλαπλότητα, σε αντίθεση με τον ενικό φεμινισμό που κυριαρχούσε μέχρι πολύ πρόσφατα. Το πρόβλημα που εντοπίζω, εξ ου και τα ανάμεικτα συναισθήματα, είναι ότι για ακόμη μια φορά προσεγγίζουμε την πολλαπλότητα σαν έκφανση της σχετικότητας της πραγματικότητας και των πραγματικοτήτων, αντί να αναγνωρίσουμε, αν όχι να εμβαθύνουμε, στην αιτία ύπαρξης αυτών συγκεκριμένα των πολλαπλών φεμινισμών, που δεν είναι παρά η Κυριαρχία, δηλαδή οι σχέσεις εξουσίας και τα συστήματα καταπίεσης. Το πρώτο κύμα των λευκών αστών cis γυναικών δεν αποτέλεσε τον μόνο μη συμπεριληπτικό φεμινισμό, ούτε και έχουμε αφήσει πίσω μας την προνομιακή λογική πάνω στην οποία χτίστηκε. Ακολουθούν μερικά μόνο παραδείγματα.
A cyborg manifesto: the accidental othering of others
Το 1984 η Donna Haraway εκδίδει το “A Cyborg Manifesto” το οποίο μέχρι και σήμερα επηρεάζει την ακαδημαϊκή φεμινιστική και όχι μόνο θεωρία. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες cis λευκές φεμινίστριες της εποχής της οι οποίες αναφέρονται και απευθύνονται σε (cis λευκές) γυναίκες, η Haraway επιλέγει για υποκείμενο το cyborg, το οποίο χρησιμοποιεί ως κεντρική μεταφορά. Προσπαθεί έτσι να αποφύγει την ουσιοκρατία και, βέβαια αποκλειστικά στο επίπεδο των όρων, το καταφέρνει. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να μιλήσει για το Άλλο, χωρίς να είναι αυτή η θέση της, να φανταστεί την εμπειρία του (αναφέρεται σε υποκείμενα trans, ανάπηρα και μαύρες γυναίκες πχ) και να την μεταγράψει λογοτεχνικά, σε μια ποιητική φιλοσοφική πραγματεία. Το αποτέλεσμα είναι τραγελαφικό. Πίσω από την μεταφορά του cyborg δεν κάνει καν τον κόπο να κρυφτεί η άγνοια της Haraway για άλλα υποκείμενα και άλλες εμπειρίες, η ξεδιάντροπη έλλειψη ενδιαφέροντος να συμπεριλάβει στο διάβασμά της κείμενα μαύρων γυναικών, ανάπηρα, τρανσφεμινιστριών. Το προνόμιό της είναι το μόνο που σίγουρα καταλαβαίνεις διαβάζοντας αυτό το μανιφέστο. Η όλη συλλογιστική της γύρω από το abolition of gender, όπως την έχει επιβεβαιώσει σε μετέπειτα συνεντεύξεις της, για παράδειγμα, αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στην εξάλειψη των διακρίσεων με βάση το φύλο και στο ίδιο το φύλο, εκπίπτοντας έτσι σε μια ιδιότυπη αντίφαση που όχι απλά επαναφέρει την ουσιοκρατία από το παράθυρο, αλλά μαζί της και την Κυριαρχία. Σε πολλές κριτικές προερχόμενες και από τον ίδιο τον χώρο της ακαδημίας τονίζεται ο προβληματικός τρόπος που αντιμετωπίζει ανάπηρα (και άλλες ταυτότητες) μόνο ως παραδείγματα γα να φωτίσει πλευρές της θεωρητικής κατασκευής του cyborg.
Ανεξαρτήτως του περιεχομένου, η μορφή που έχει επιλέξει, η μεταφορά του cyborg, δηλαδή, οδήγησε σε μια σημαντική παρανόηση. Όπως έχει επισημάνει και η ίδια, στο Μανιφέστο χρησιμοποιεί την τεχνολογία σαν μεταφορά. Ασχέτως του ότι πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή η οποία σχετίζεται με την έλλειψη κριτικής της στον τεχνοκαπιταλισμό, παρόλα αυτά δεν πρόκειται ακριβώς για ένα τρανσουμανιστικό κείμενο, καθώς η περιγραφή μιας ανθρωπινότητας συνυφασμένη με την μηχανή εξυπηρετεί την έκφραση της Haraway και δεν αποτελεί σκοπό ή στόχο της θεωρίας της. Παρόλα αυτά το κείμενό της αναγνώστηκε, ίσως και πλειοψηφικά, ως τρανσουμανιστικό.
Αυτή η παρανόηση δεν ήταν μόνο καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε μετέπειτα ρεύματα θεωρητικά, πολιτικά και καλλιτεχνικά, αλλά κυρίως στον τρόπο που ασκήθηκε – ή δεν ασκήθηκε – κριτική στην κεντρική της μεταφορά. Η ιστορία της σκέψης της αντίστασης έχει να επιδείξει πολλαπλούς και ευρηματικούς τρόπους έκφρασης και πρακτικής μέσω των οποίων τα καταπιεσμένα υποκείμενα ανέτρεπαν τους όρους ταξινόμησης οι οποίοι τα εξόριζαν στην μη κανονικότητα. Από την ανάδειξη ενός διαφορετικού συστήματος ταξινόμησης, ιδιαίτερα στην ιστορία των αντιαποικιοκρατικών κινημάτων, μέχρι την ανανοηματοδότηση και ανακατάληψη όρων όπως queer, το κοινό στοιχείο που προσδίδει την ριζοσπαστικότητα σε τέτοιες κινήσεις δεν είναι παρά η άσκηση της αυτοδιάθεσης από τα ίδια τα υποκείμενα. Επειδή και εγώ όπως και η Haraway προσπαθώ να αποφύγω την ουσιοκρατία, θα θυμίσω εδώ ότι καμία λέξη δεν έχει εγγενή ουσία και ποιότητα, και οι επιλογές που κάνουμε αλλάζουν πρόσημο ανάλογα με την θέση μας στο πλαίσιο εξουσίας και την κατεύθυνση της επιλογής μας επίσης μέσα σε αυτό. Με λίγα λόγια, η Haraway νομίζοντας ότι συμμετέχει σε μια ριζοσπαστική παράδοση μιλά για καταπιεσμένα υποκείμενα ως κάτι μη ανθρώπινο, παιχνιδίζοντας με την θεωρία και τα όρια της ανθρωπινότητας, χωρίς να συνειδητοποιεί – την προφυλάσσει το προνόμιό της – την φρίκη που υποκείμενα με ιστορία βίας δικαιολογημένης πάνω στην άρνηση της ανθρωπινότητάς τους βιώνουν διαβάζοντας ένα παρόμοιο etude.
Τρανσουμανισμός, ή πόσο μακριά μπορεί να πάει η ακαδημία μια τρανσφοβική βαλίτσα
Η θεωρία αυτή δεν εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το σύνολο των φεμινισμών του προνομίου, αλλά παρενθετικά, και μιας και συνδέεται στενά με το Μανιφέστο ας ασχοληθούμε λίγο. Αρχικά θα ήθελα να εκφράσω τον θαυμασμό μου και την απορία μου μπροστά στο θράσος που έχουν μερικοί επαγγελματίες ακαδημαϊκοί να ξαναανακαλύπτουν καταστάσεις. Η βασική αρχή του ρεύματος αυτού, για παράδειγμα, συνίσταται στην πίστη ότι μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας ο άνθρωπος θα μπορεί να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στο σώμα του προκειμένου να ζει όλο και περισσότερο, όλο και καλύτερα. Έχω, λοιπόν, την εξής απορία: γιατί αυτή η διαδικασία δεν έχει αρχίσει να συμβαίνει από αρχαιοτάτων χρόνων, ιδιαίτερα στην Ασία, και ποια είναι η διαφορά της υπάρχουσας ιατρικής από το μείγμα επιστήμης και τεχνολογίας που περιγράφουν οι θεωρητικοί αυτοί, πέρα από μα διαφορά βαθμού και έντασης επέμβασης;
Επί της ουσίας, τώρα, τα βασικά προτάγματα του τρανσουμανισμού είναι η κατάργηση του σωματικού και ψυχικού πόνου, οποιασδήποτε φθοράς και εντέλει του θανάτου, καθώς και η επίτευξη ενός ανώτερου πνευματικού επιπέδου, μιας «σοφίας». Αν και εσάς σας θύμισαν κακοχωνεμένο από ναζί Νίτσε αυτοί οι στόχοι, να βγούμε για καφέ μήπως έχουμε και άλλα κοινά. Ο υπεράνθρωπος είναι, λοιπόν, ο στόχος αυτής της κίνησης, η οποία βέβαια καμία σχέση δεν έχει με αυτό που ξέραμε ως ουτοπική σκέψη ή κίνημα, που είχε πάντα σοσιαλίζουσες ή αριστερές και αναρχικές καταβολές και στοχεύσεις.
Πέρα από το ότι όπως ανάφερα πιο πάνω στην ακαδημία συνδέθηκαν στενά ο τρανσουμανισμός και το έργο της Haraway, ο λόγος που τα συνδέω στον παρόντα σχολιασμό είναι η κοινή αντίληψη που εντοπίζω πάνω στο τι είναι το σώμα και πώς επεμβαίνουμε σε αυτό. Η σωματικότητα, λοιπόν, σε αυτές τις δυο θεωρίες, προσεγγίζεται από μια θέση προνομίου, από μια θέση από την οποία δεν υπάρχει επιθυμία ή ανάγκη για όποιον λόγο να κάνουμε αλλαγές στο σώμα μας. Άρα από μια θέση στην οποία αφενός φαίνεται πολύ ουτοπικό με την έννοια της επιστημονικής φαντασίας να επέμβει κάποιο στο σώμα του, αφετέρου δεν έχει σκεφτεί τις προεκτάσεις μιας τέτοιας επέμβασης, και άρα έχει μια πάρα πολύ επιφανειακή και κλασσική αντίληψη του σώματος. Από την άλλη, το ίδιο προνόμιο μοιράζεται και η κριτική που ασκείται στον τρανσουμανισμό, η οποία από μια ξεκάθαρα συντηρητική θέση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα όρια που θα έπρεπε να έχουν οι επεμβάσεις προκειμένου να μην καταλήξουμε σε μια δυστοπία, προφανώς χειρότερη για κάποιους ανεξερεύνητους λόγους από αυτή που βιώνουν σήμερα πολλά υποκείμενα, τα οποία, παρεμπίπτοντος, έχουν αναπτύξει αυτοοργανωμένους τρόπους να μοιράζονται συλλογικά την γνώση να παράγουν συγκεκριμένες ουσίες και να επεμβαίνουν στα σώματά τους. Πρόκειται για το biohacking, το οποίο εφαρμόζεται ήδη και σε πιο προχωρημένο στάδιο παραγωγής σε μέρη της Αμερικής.
Συχνά οι κριτικοί του τρανσουμανισμού επισημαίνουν την βαθιά θεολογική διάσταση της θεωρίας αυτής. Εγώ βαριέμαι να το επισημάνω, και γενικά, σόρι κιόλας παρένθεση, αλλά πλιζ σις γουάιτ μεν που κάνετε προοδευτικές έρευνες και κριτικές πλιζ στοπ ιτ την κριτική στην θρησκεία να την χώνετε παντού it’s so 1789 στοπ ιτ.
Xenofeminism παθαίνεις όταν ο φεμινισμός είναι μια ακαδημαϊκή θεωρία που πρέπει να ανανεώνεται κάθε τόσο διότι διαφορετικά θα χάσεις τα κονδύλια
Διαβάζοντας το μανιφέστο του Xenofeminism αναρωτήθηκα αν πρόκειται όντως για ένα φεμινιστικό μανιφέστο ή αν είναι ένα κείμενο έργο τέχνης, ενδεχομένως από κάποια lecture performance, το οποίο αναφέρεται στον βερμπαλισμό. Η επιλογή ορολογίας όπως male/female και *women, queers and the gender non conforming*, όπως και η αναφορά σε δευτεροκυματικές φεμινίστριες δίνει έναν συγκεκριμένο τόνο στο κείμενο, τον οποίο απογειώνει η ανακάλυψη, για ακόμη μια φορά, της πρωτότυπης και ριζοσπαστικής ιδέας να επέμβουμε στο σώμα μας cause that’s the queer thing to do. Εξάλλου, όπως όμορφα συνάγεται από αυτό το καθόλα προσβάσιμο μανιφέστο, τελικά να είσαι trans είναι μια ποιητική κατάσταση η ύπαρξη της οποίας χρησιμεύει προκειμένου να καταδειχτεί η μη φυσικότητα του φύλου.
Ένα από τα βασικά σημεία του μανιφέστου είναι η λατρεία του ορθολογισμού. Οι φεμινίστριες αυτές συνειδητότατα ζητούν να αντικαταστήσουν τους ορθολογικούς δυτικούς πατριάρχες με τις εαυτές τους. Από το μανιφέστο τους ξεχειλίζει η αλαζονεία της σιγουριάς τους, η πίστη τους στον ορθολογισμό και την αποτελεσματικότητα, δεν είναι παρά ένας εξουσιαστικός λόγος διανθισμένος με φεμινιστική ορολογία.
Βεβαιώνομαι για την απόφασή μου να υποστηρίξω τον παραπάνω αφορισμό όταν διαβάζω και ένα άρθρο μιας εκ των βασικών εκπροσώπων του Xenofeminism πάνω στην ανάγκη μιας φεμινιστικής προσέγγισης της κλιματικής αλλαγής. Δυστυχώς το βασικό της επιχείρημα, το οποίο έχω δει να επαναλαμβάνεται σε πολλές φεμινιστικές πλατφόρμες τελευταία, δεν είναι παρά μια αναδιατύπωση του βαθιά ρατσιστικού προτάγματος του ελέγχου των γεννήσεων που μας πάει τουλάχιστον πίσω στον Malthus. Όπως, όμως, έχουν επισημάνει φεμινιστικές κριτικές, η στάση του Xenofeminism σχετικά με την οικολογία δεν σταματά εκεί, αφού προσεγγίζει την θεωρία της επιτάχυνσης της κλιματικής αλλαγής ως την καταστροφή του καπιταλισμού αλλά και του πλανήτη, με την προοπτική μιας ποιητικής αναγέννησης του νέου φεμινιστικού κόσμου από τις – κυριολεκτικές – στάχτες του παλιού. Μετά από έναν πρόχειρο υπολογισμό δεν καταλαβαίνω γιατί να μην μεταφράσω ακριβέστατα αυτήν την πρόταση ως παραίνεση να πεθάνουν τουλάχιστον πρώτα όλες οι φτωχές μαύρες.
Ουφ
Τα παραπάνω είναι μόνο λίγα, δυστυχώς, από τα παραδείγματα φεμινισμών του προνομίου, ενώ σίγουρα και η κριτική είναι ελλιπής. Σαν γενικότερη αρχή και οι τρεις παραπάνω θεωρίες αλλά και οι φεμινισμοί του προνομίου που έχω υπόψη μου ή που δεν έχω υπόψη μου ή που δεν έχουν διατυπωθεί ακόμα, αλλά και οι φεμινισμοί τους οποίους προσπαθώ να προσεγγίσω, σαφώς έχουν εσωτερικές αντιφάσεις, σημεία βερμπαλιστικά, υστερούν σε συμπεριληπτικότητα ή ριζοσπαστικότητα σε κάποια σημεία και αναπληρώνουν σε βαθυστόχαστη ματιά πάνω στο κοινωνικό σε άλλα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι καμιά θεωρία δεν θα μπορούσε να είναι τέλεια ή ολοκληρωμένη, και δεν ψάχνω, εξάλλου, κάτι τέτοιο. Το κοινό σημείο που με κάνει να εκνευρίζομαι άπειρα με τους φεμινισμούς του προνομίου είναι ακριβώς ότι μη αναστοχαζόμενοι πάνω στην θέση τους δεν λαμβάνουν υπόψη τους την Κυριαρχία, ενώ μιλώντας για άλλες θέσεις δεν είναι κοινωνικά γειωμένοι. Το αν είναι ή δεν είναι άξιοι χρηματοδότησης σε κάποιο Columbia δεν με αφορά κιόλας, φιλάκια.
Και για υστερόγραφο, σε μια πρόσφατη συνέντευξή της η Haraway μιλώντας ιδιαίτερα για το κίνημα της γενιάς z για την κλιματική αλλαγή είπε τα εξής:
“It seems to me that our politics these days require us to give each other the heart to do just that. To figure out how, with each other, we can open up possibilities for what can still be. And we can’t do that in a negative mood. We can’t do that if we do nothing but critique. We need critique; we absolutely need it. But it’s not going to open up the sense of what might yet be. It’s not going to open up the sense of that which is not yet possible but profoundly needed.
The established disorder of our present era is not necessary. It exists. But it’s not necessary.”
(«Μου φαίνεται ότι οι πολιτικές μας αυτήν την περίοδο απαιτούν να δώσουμε η μία στην άλλη το κουράγιο να κάνουμε ακριβώς αυτό, να βρούμε πως, η μία με την άλλη, μπορούμε να ανοίξουμε δυνατότητες για αυτό που ακόμα μπορεί να υπάρξει. Και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό με αρνητική ενέργεια. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό αν δεν κάνουμε παρά κριτική. Χρειαζόμαστε την κριτική, οπωσδήποτε την χρειαζόμαστε. Αλλά δεν θα ξεκλειδώσει μια αίσθηση για το τι μπορεί να υπάρξει. Δεν θα ξεκλειδώσει την αίσθηση αυτού που δεν είναι ακόμα δυνατό αλλά ουσιαστικά χρειάζεται.»)
Αρχικά διαβάστε μας πια, δεν κάνουμε μόνο κριτική, κάνουμε και δημιουργικά πράγματα. Αλλά το μόνο που σας αφορά είναι η κριτική που κάνουμε σε σας.
Επίσης δεν με ρωτάς αν αντέχω.

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε