Σύντομη Άσκηση Πάνω στην Τέχνη

Σε κάθε προσπάθεια ορισμού θεωρώ ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι η ίδια αυτή διαδικασία εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι πλήρως συμπεριληπτική, και άρα δημιουργεί όρια, τεχνητά προφανώς σε μια διαδικασιακή και διαρκώς ενκινήσει πραγματικότητα, προκειμένου να υπάρξει μια βάση συζήτησης, στην καλύτερη περίπτωση, αποκλεισμού και δημιουργίας σχέσεων εξουσίας στην χειρότερη. Από την άλλη η δυναμικότητα που κρύβεται στα όρια μας δίνει, ακριβώς, πάντα την δυνατότητα να τα αμφισβητούμε, ωθώντας, αυτά και εαυτά, σε όλο και πιο συμπεριληπτικές καταστάσεις μέσα από γόνιμες αναρωτήσεις.
Μιλώντας για την Τέχνη θα ήθελα αρχικά να ξεκαθαρίσω ότι δεν βρίσκομαι σε μια θέση επαγγελματία οποιουδήποτε είδους: δεν είμαι καλλιτέχνης, ούτε καν συμμετέχω σε κάποιο diy project, δεν είμαι κριτικός τέχνης, αλλά ούτε και ανθρωπολόγος/κοινωνιολόγος κτλ της τέχνης. Η θέση μου είναι απλά και μόνο περιστασιακής συνομιλίας με αυτήν.
Πριν ασχοληθώ με το βιωματικό κομμάτι, ας σημειώσω ότι παρόλο που λόγω «αντικειμενικών συνθηκών» επικοινωνώ την άποψή μου με λόγο, και μάλιστα μέσω γραπτού κειμένου, σε καμία περίπτωση δεν προσπαθώ να συμβάλλω στην κειμενοκεντρικότητα (ή εικονοφοβία) που χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό. Δεν θεωρώ, με άλλα λόγια, ούτε ότι ο λόγος είναι το πιο ενδεδειγμένο μέσο επικοινωνίας, ούτε ότι όλα τα φαινόμενα μπορούν να αναλυθούν και να κατανοηθούν μέσω αυτού. Από την άλλη έχοντας επίγνωση ότι χρόνια σπουδής της Ευρώπης στον λόγο, συνοδευόμενα από μια συστηματική ακύρωση οποιασδήποτε μη λογοκεντρικής και λογικής μορφής έκφρασης, μας σημαδεύουν, συνεχίζω.
Δεν θα πάρω πολύ χώρο για να αναλύσω την ποικιλομορφία αυτού του κατά τα άλλα οικουμενικού πεδίου, καθώς είναι γνωστή, ούτε και το φάσμα αισθημάτων, συναισθημάτων και συναισθησιακών μνημών που πιστεύω έχουμε βιώσει όλα πιο διαυγώς από όσο ποτέ θα μπορούσα να περιγράψω. Θα σταθώ μόνο, επιγραμματικά, στον αφορισμό οποιουδήποτε αποκλειστικά καλαισθητικού κριτηρίου, οπουδήποτε αφυδατωμένου εννοιολογικού, οποιουδήποτε κουραστικά θεσμικού ή αντιθεσμικού.
Έρχομαι έτσι στο βιωματικό κομμάτι. Όπως έχω επισημάνει, προσωπικά έχω επιτύχει την υπέρβαση του να αδιαφορώ για το αν ένα φαινόμενο στο οποίο στρέφομαι είναι σαφώς ορισμένο, με εξαντλητικές υποσημειώσεις για την ιστορική του πορεία, τα αίτια και της συνέπειές του, πάντα κοινωνικά και πάντα υλικά ριζωμένα, με μια μικρή παράγραφο στο τέλος που συνοψίζει μια κριτική από «ριζοσπαστική» θέση. Χωρίς να θυσιάσω αυτό το δικαίωμά μου να αγνοώ επιδεικτικά τα μεθοδολογικά εργαλεία, ενώ απολαμβάνω βιβλία θέατρο και μουσική χωρίς να με παρεξηγούν τα δημιουργήματα, θα σας γράψω κάποιες σκέψεις μου.
Σκέψη πρώτη: Γιατί να επιμένουμε σε έναν ορισμό της τέχνης; Γιατί διατηρούμε ένα ιερό δέος απέναντι στην τέχνη, και έτσι αγωνιούμε να την ορίσουμε σαν κάτι πέρα από όλες τις άλλες σφαίρες της ζωής που καθημερινά μπλέκονται αξεδιάλυτα; Είναι και πάλι ζήτημα θέσης. Προσωπικά δεν με αφορούν οι ερωτήσεις τύπου απαρχής του κόσμου, ούτε και αυτές που αναζητούν αιτίες και γραμμικότητες. Προσωπικά όχι μόνο καλύπτομαι από την τυχαιότητα του κόσμου, αλλά δεν έχω και τον χρόνο, το χρήμα και την άνεση, να αναλωθώ σε μεταφυσικές συζητήσεις. Η υπαρξιακή αγωνία μου είναι πολύ πιο υλική.
Σκέψη δεύτερη: Γιατί φοβόμαστε το άρρητο; Αυτή η αδυναμία ρηματοποίησης, γιατί νομίζουμε ότι σημαίνει δικό μας έλλειμμα λεξιλογίου και συντακτικού, αντί να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν και πέραν του λόγου καταστάσεις; Επανέρχομαι δηλαδή πάλι στην εσωτερικευμένη μας τάση ισιοποίησης. Ακόμη και αν έδωσε η Κυριαρχία ένα μικρό πεδίο να εκφραστούν τα λοξά, εκ των υστέρων ιδρύει πανεπιστήμια για να τα ισιώσει, να τα κανονικοποιήσει, να τα κοστολογήσει. Η δυτική εμμονή στον λόγο – πολιτισμική αποικιοκρατία here we go again- δεν είναι παρά μυστικοποίηση: κρύβει την πατριαρχική απαίτηση για δικαιολόγηση, πάντα και παντού το βίωμα δεν αρκεί, πρέπει να μας αποδείξεις γιατί αισθάνεσαι, θες, χρειάζεσαι, κάνεις κάτι.
Σκέψη τρίτη: Ας σταθούμε στο μάγεμα. Δεν είναι, στεγνά ακαδημαϊκά μιλώντας, μικρή ανακάλυψη ότι ακόμη και όταν δεν φαντάζεσαι ότι θα υπάρξει κάτι που θα σε εκπλήξει πια, παγιδεύεσαι. Και μέχρι εδώ καλά. Αλλά μετά μπαίνει πάλι αυτή η αξίωση του καθολικού και χαλάει τη σούπα. Η εναντίωση στο καθολικό και το οικουμενικό και το ολικό και το όποιο ομογενοποιεί και γενικεύει ένα – συγκεκριμένο – βίωμα, δεν είναι από μια θέση φιλοσοφικού σχετικισμού, προφανώς. Αντίθετα, είναι πάντα η επίγνωση ότι η Κυριαρχία λειτουργεί ως ένα πλέγμα σχέσεων εξουσίας, εντός του οποίου υπάρχουν συγκεκριμένες κοινωνικές θέσεις. Από την εκάστοτε θέση γίνεται η κριτική και στο αισθητικό πλαίσιο. Σκανδαλίζονται οι κριτικοί τέχνης και τα λοιπά υποψήφια επαγγελματικά ακαδημαϊκά που μένουν χωρίς αντικείμενο. Αλλά όπως είπε και μια ανώνυμη, λοξή και άσημη φίλη: είναι θέμα προτεραιοτήτων.
Σκέψη: Το παραπάνω ανοσιούργημα λογοτεχνίζει μιμούμενο ένα κακέκτυπο δοκιμίου. Ίσως τόσο απλά, μαζεύοντας για υλικό ό, τι θραύσματα σώσαμε από το μέλλον που ονειρευόμαστε, να πούμε: Τέχνη είναι μια ζωή δικιά μας.

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε