Με τι ασχολείσαι;

Αφορμή για αυτή την σύντομη παρέμβαση υπήρξε η πρόσφατη εις μάκρος ενασχόλησή μου με το okcupid, ένα γνωστό dating app. Στις σύντομες συνομιλίες με αρκετούς χρήστες, τόσο από την δική μου εμπειρία όσο και από αυτήν μιας φίλης, παρατήρησα ότι πολύ συχνά ανακύπτει αυτή η ερώτηση, και μάλιστα φαίνεται να επιλέγεται εις βάρος άλλων περισσότερο ή λιγότερο ευφάνταστων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην περεταίρω γνωριμία του ατόμου πίσω από το profile. Μάλιστα, φαίνεται να δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην εκμαίευση μιας συγκεκριμένης και σαφούς απάντησης καθώς όποια περισσότερο «λογοτεχνίζουσα» απάντηση, απαντάται με μια σθεναρή επανάληψη της ίδιας ερώτησης, αυτούσιας ή με παραλλαγή στην εκφορά.

Τι σημαίνει αυτή η απλή – φαινομενικά – φράση; Σαφέστατα, ενδεχομένως και με ένα ειρωνικό χαμόγελο που απαρέσκεται την υπερανάλυση του ακαδημαϊκού, να απαντούσαμε: μα φυσικά ποιο είναι το επάγγελμά σου, που δουλεύεις. Όμως, καθώς η προαναφερθείσα φίλη, η οποία κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκός είναι, αλλά μια εργαζόμενη μητέρα με απολυτήριο λυκείου, επέδειξε την ίδια έκπληξη, αποφάσισα ότι νομιμοποιούμαι να υπεραναλύσω λίγο την κατάσταση αυτή.

Ακολουθώντας το πνεύμα, αν όχι και το γράμμα, της ανάλυσης του Marx, βλέπουμε την καταδυνάστευση του νοήματος της ζωής από την μισθωτή εργασία, άρα ανακύπτει ως αυτονόητο ερώτημα το τι δουλειά κάνει ένας άνθρωπος, έτσι ώστε να κρίνουμε ποιος είναι και αν μας ενδιαφέρει να σχετιστούμε περεταίρω μαζί του. Η αυτοπραγμάτωση, το πράττειν, ό, τι θα μπορούσε να γεμίσει την ζωή και να της δώσει νόημα περιορίζεται σε μια εργασία. Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία ότι δεν χρησιμοποιείται μια πιο απλή, και ίσως πιο σαφής διατύπωση (πχ τι δουλειά κάνεις;), κατά την ανάλυσή μου ακριβώς επειδή μυστικοποιείται η σχέση εκμετάλλευσης που ενέχεται στην σχέση δουλειά, ενώ από την άλλη λόγω ακριβώς της εξάπλωσης του οικονομικού ως πρωταρχικό σε κάθε πεδίο της ζωής, είναι πλέον πολύ βαθιά ριζωμένη η εξίσωση οικονομικά δεδομένα = προσωπικά δεδομένα. Εξαιρετικά ταιριαστή βρίσκω αυτήν την εμμονή με την «ασχολία» με την ελληνική ιδιαίτερη ιστορία και πραγματικότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά την μικροαστική κοινωνική ανέλιξη μέσω της εκπαίδευσης – μοχλού βελτίωσης της επαγγελματικής και άρα εισοδηματικής κατάστασης. Συγκεκριμένα, η δουλειά, η μάλλον το περιεχόμενό της, έχει όντως ένα νόημα, για το υποκείμενο που την ασκεί, ένα νόημα που αντιπαλεύει την αλλοτρίωση του πλαισίου της μισθωτής σκλαβιάς, και εδώ εάν δανειστούμε την διάκριση χειρωνακτικής – πνευματικής εργασίας θα μας ωφελήσει, πιστεύω, στην ανάλυση, αφού με επιμονή συνήθως ρωτούν υποκείμενα τα οποία έχουν να επιδείξουν μια επιτυχία στον επαγγελματικό τομέα.

Φυσικά το ενδιαφέρον ή το πρωτότυπο δεν είναι τα παραπάνω αδρά σκιαγραφημένα συμπεράσματα για την διαδικασία υποκειμενοποίησης εντός συγκεκριμένου ιστορικά και κοινωνικά καπιταλιστικού πεδίου. Αντίθετα θέλω να σταθώ στην ίδια αντίδραση, εκπορευόμενη όμως από δύο τελείως διαφορετικά υποκείμενα.

Αρχικά έχουμε την δική μου απαρέσκεια. Εγώ, απόφοιτη κοινωνικής ανθρωπολογίας, αναρχική φεμινίστρια, εν ολίγοις, υποκείμενο με ακαδημαϊκή εκπαίδευση και ελευθεριακή σκέψη, ανατριχιάζω με την ερώτηση αυτή. Αναγνωρίζω το προνόμιο που μου έδωσε την δυνατότητα να μπορέσω να απορρίψω μια ακαδημαϊκή καριέρα, αλλά και αυτό που μου επιτρέπει να επιλέγω που θα πουλήσω την εργατική μου δύναμη, όχι με ηθικά ή ιδεαλιστικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα του πω νιώθω την μικρότερη αλλοτρίωση. Δεν παύω όμως να απαντώ την ερώτηση του τίτλου ως εξής: ασχολούμαι με την αυτοβελτίωσή μου στο επίπεδο της ψυχικής υγείας, ασχολούμαι με την διεύρυνση των κοινωνικών μου σχέσεων με φεμινιστικούς όρους, ασχολούμαι με την πολιτική, με την αποϋποκειμενοποίησή μου, με την κοινωνική θεωρία στο βαθμό που με αφορά να την γειώσω, με τις απολαύσεις του υλικού κόσμου, με τον έρωτα, την ευτυχία, την τέχνη, με ό, τι θα μπορούσα να περιγράψω ως καθημερινότητα. Ασχολούμαι, λοιπόν, με ένα συνεχές, που είναι ο χρόνος της ζωής μου, προσπαθώντας να εντάξω σε αυτό τις αντιφάσεις, αντί να τις μετατρέψω σε τείχη που διχοτομούν και αλλοτριώνουν έτσι και τα δύο άκρα του διπόλου.

Από την άλλη έχουμε την αντίδραση της φίλης μου. Η φίλη μου είναι σχεδόν μεσήλικη. Είναι μητέρα, χωρισμένη, από μικροαστική οικογένεια. Έχει χωριό, στο οποίο πηγαίνει και κάνει αγροτικές εργασίες. Δουλεύει από μικρή. Είναι νοικοκυρά. Έχει τελειώσει το λύκειο και δεν διαβάζει λογοτεχνία. Βλέπει Μουτσινά. Η φίλη μου δεν καταλαβαίνει αυτή την ερώτηση. Η φίλη μου δεν το ρηματοποιεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά έχει ταξική συνείδηση. Ξέρει ότι χρειάζεται να δουλέψει, και δουλεύει όπου βρει σχετικά καλές εργασιακές συνθήκες, τις οποίες κρίνει ως μεταβλητή χρόνου που διαθέτει και χρηματικών απολαβών, σαν μια συνάρτηση κόστους – οφέλους. Η φίλη μου δεν ασχολείται με την πολιτική – θεωρητικά είναι ΠΑΣΟΚ, περισσότερο για συναισθηματικούς λόγους εξ αιτίας της σχέσης της με τον πατέρας της – αλλά αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα το ανούσιο του να ασχολείσαι με κάτι, όχι συγκεκριμένα σε κάποια περίοδο, αλλά γενικώς στην ζωή σου, να ασχολείσαι με κάτι άλλο πέρα από την ζωή.

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε